Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κουζίνα

Στην κουζίνα
αργόσυρτο καλοκαίρι
κάθομαιστηνκαρέκλασου
ιχνηλατώντας στο πάτωμα
εκεί που πατάς με τα πόδια γυμνά
ή όταν απλώνεσαι επάνω μου
αλλά λίγο πιο δίπλα
να σε βλέπω
να κρατώ κάθε ελάχιστη εικόνα ως
πολύτιμο αντίδοτο
πάει κάποιος καιρός τώρα
που θα πρεπε
να χουμε συνηθίσει
παρουσία απουσία
εντός εκτός
έχεις τη θέση σου
στην καταλαμβάνω
προσπαθώντας
να δω
όπως βλέπεις
να πατήσω
εκεί που χαράζεις το βήμα
ν' ακολουθήσω
το ίδιο σου το βλέμμα
όταν ονειροπολεί
ή παρατηρεί εταστικά
κινείσαι σ' έναν χώρο
και σ' έναν άλλο
έξω από εδώ
αναπόφευκτα
κρύβομαι πίσω από
ανολοκλήρωτα όνειρα
ή την απογευματινή χαύνωση
μαθαίνοντας πώς να μαθαίνω
απομυζώντας
τα βαμμένα σου δάχτυλα ένα ένα
λέω και λέω
και τίποτα δεν έχω πει ακόμα
θέλεις να μιλώ
μα θα προτιμούσα το περισσότερο
να σωπαίνω
κρυμμένος στην ασφάλεια
της ρυθμικής σου ανάσας
μια φορά
ν' αποκοιμηθώ στο στήθος σου
χωρίς όμως
να χρειάζεται να φεύγεις
εκείνη τη φορά
σηκώθηκα παγωμένος
κι ας έκαιγε η μέρα ήδη
σύρθηκα ως την πόρτα
μην ξέροντας ανπρέπειήόχι
και έβαλα τα χέρια μου γύρω σου
σαν ένα υπερμεγέθη λώρο
μην αντέχοντας στη θέα
της μικρής αναχώρησης
σηκώθηκα
μάζεψα το τραπέζι
έπλυνα τα ποτήρια με τάξη
πήρα όπως πάντα το πρωινό
μόνος μου
κι έπεσα πάλι
σ έναν αναγκαστικό ύπνο
ας μη μιλάμε γι' αυτά
ας ετοιμάζουμε μόνο
ένα γύρο καθαρά σεντόνια
ευτυχώς
δεν πήρες το άρωμά σου
είναι  και  μένει εδώ
λες το δωμάτιο
είναι ο χώρος σου
γυναίκα,
απλή και δύσκολη
αναλλοίωτη, διαρκή
φαντασίωση, όνειρο στον ξύπνιο
εμμονή, θέσπισμά μου
θεϊκή, γήινη σάρκα υγρή
ευάλωτη, κουρασμένη
γυναίκα
μη μου δώσεις ποτέ
εύκολα απαντήσεις
μόνη γνωρίζεις
άφησέ με
να πλανάμαι
και πάλι με ιδρώτα
να πολιορκώ
και να πολιορκούμαι

Θεοί!!!! Τι ήχος, τι παραγωγή! Και μιλάμε, 1977 guys...ήμουν 9 τότε!



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις