Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μέχρι τη μέρα

Είπα να  ζήσω
είπα ν' αφήσω λίγο
κατά μέρος
έκανα δεν έκανα
τα μετράω δεν βγαίνουν
όχι, όλα σωστά
είπα ν' ανοιχτώ βαθιά
κι ας φυσάει 
ας έρθει το γοργό κύμα
περιμένοντας
τίποτα απολύτως
δεν θα σ' ανταμείψει
είπα να πάψω πια
κάθε σκέψη
ν' αφοσιωθώ μόνο
στων σωμάτων
τη λιτή σοφία
να μάθω ό,τι συλλαβίζεται
με τα χέρια
μόνο
είπα να μάθω να γελάω
καλύτερα
και περισσότερο
τόσο που να μην 
ακούγεται φάλτσο
και παράταιρο
δεν είπα τίποτα 
αλλά ήρθα
κοντά σου
βύθισα όλες μου τις ρίζες 
μέσα σου
και μετά
αφού σε σένα
κατοίκησα 
άνοιξες ένα παράθυρο
που με γλύκανε
το εσπερινό του φως
με τα ίχνη των κεριών
και τις πνιχτές φωνές
στο ημίφως της παραζάλης σου
γέλασα όσο ποτέ μου
κι άφησα την καρδιά μου
να κυλήσει σαν παιχνίδι
να παίξεις με τα πόδια σου
όπως τυλίγεσαι επάνω μου
τίποτα άλλο
δεν με κάνει ελεύθερο 
είναι στιγμές που αναρωτιέμαι
υπάρχω δεν υπάρχω
Δευτέρα, Τρίτη
το βράδυ σπίτι
ν' αλλάξουμε
να πετάξουμε από πάνω μας βιαστικά
άλλη μια μέρα
να τρέξουμε 
την ίδια διαδρομή
ύστερα
μοναχικά 
το ίδιο και το ίδιο φαγητό
την ίδια σειρά
ίντερνετ, ξυπνητήρι
καλή μέρα
θα σου πω
όπως κάθε μέρα
και θα σ' αγαπώ 
όπως κάθε μέρα
γράφοντας μηνύματα
συμπιέζοντας το κορμί
για να χωρέσει
σε πέντε λέξεις
μέχρι τη μέρα που
ξανά θα γελάσουμε
με όλο μας το σώμα
στα χέρια

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις