Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο
Τόσοι απόντες τόσο απόντες σκορπάω γύρω μου υπενθυμίσεις μην ξεχάσω κι ωστόσο πάντα κάτι διαφεύγει πάντα κάποιοι και φοβάμαι συνέχεια μην ξεχάσω όχι τόσο το περισσότερο μην ξεχαστώ σαν το αναμένο φως σε σπίτι άδειο σαν έπιπλο παλιό σαν μια τυχαία φωνή που χάνεται στο πλήθος και σαν την πλημμυρίδα που ξεπλένει την άμπωτη