Τρένα περνούν και χάνονται στη βιάση αναγκεμένα Για λίγο μόνο αγνάντι στο σταθμό δος μου ένα ξέφωτο μικρό να ατενίσω περήφανο, προσήλιο το χωριό. Κατι σκιρτάει μέσα μου αρχέγονο το αίμα των γεννήτορων κι αναρριγώ Ω νύμφες, Φαρμακιδες πάρτε με μαζί στου τρίστρατου την κρήνη γι' άλλη μια φορά να πιω τ' ασίγαστο νερό
Δεν έλεγε να βρέξει καμιά φορά η αναμονή του αναπόφευκτου είναι πιο οδυνηρή έφυγες δεν έχω πια αφετηρία κι ας θυμάμαι από πού ξεκίνησα μα δεν είναι τόσο η απουσία το δεν το α στερητικό είναι που πρέπει να δηλώνεις παρών σ έναν τόπο που όλο στενεύει συρρικνώνεται σαν τη μέρα που φθίνει και δεν υπάρχει τρόπος παρά να είσαι να καταναλώνεσαι σαν υπολειπόμενος χρόνος ομιλίας χωρίς δυνατότητα ανανέωσης γι αυτό δεν μου περισσεύει το χαμόγελο σκορπάω και φθίνω το ίδιο όπως όλοι με στόμα ξερό και δύσκολο σθένος