Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Το χωριό

Τρένα περνούν και χάνονται στη βιάση αναγκεμένα  Για λίγο μόνο αγνάντι στο σταθμό δος μου ένα ξέφωτο μικρό να ατενίσω περήφανο, προσήλιο το χωριό. Κατι σκιρτάει μέσα μου αρχέγονο το αίμα των γεννήτορων κι αναρριγώ Ω νύμφες, Φαρμακιδες πάρτε με μαζί στου τρίστρατου την κρήνη  γι' άλλη μια φορά να πιω τ' ασίγαστο νερό
Πρόσφατες αναρτήσεις

Δεν έλεγε να βρέξει

 Δεν έλεγε να βρέξει καμιά φορά η αναμονή του αναπόφευκτου είναι πιο οδυνηρή έφυγες δεν έχω πια αφετηρία κι ας θυμάμαι από πού ξεκίνησα μα δεν είναι τόσο η απουσία το δεν το  α στερητικό  είναι που πρέπει να δηλώνεις παρών σ έναν τόπο που όλο στενεύει συρρικνώνεται σαν τη μέρα που φθίνει και δεν υπάρχει τρόπος παρά να είσαι να καταναλώνεσαι σαν υπολειπόμενος χρόνος ομιλίας χωρίς δυνατότητα ανανέωσης γι αυτό δεν μου περισσεύει το χαμόγελο σκορπάω και φθίνω το ίδιο όπως όλοι με στόμα ξερό και δύσκολο σθένος

Disconnected

  Είχε ένα κεφάλι γεμάτο θάλασσα από τις άκρες των ματιών έρρεαν αλμυρά ρυάκια άφηνε υγρές πατημασιές περνώντας κι ήταν δύσκολο να προσπαθεί άδειασε έτσι κάποτε απ΄ όλες τις λέξεις τελευταία έμειναν τα επιφωνήματα κυρίως αυτά τα σχετλιαστικά και μια διαρκής αναρώτηση ένα ‘μήπως’ ψάχνοντας να ξεδιαλύνει χρόνο με το χρόνο αν τελικά αξίζει αν άξιζε τον κόπο κι αυτή η συζήτηση συνήθως έληγε με ένα ‘θα το δούμε από βδομάδα’ κι έτσι πήγαινε το πράγμα μέχρι που κάποια στιγμή κάποιος έπρεπε ν’ αποφασίσει ότι δεν πάει άλλο εξ ου οι θάλασσες έγιναν συνεδρίες ισολογισμοί εισερχόμενα- εξερχόμενα disconnected

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Αμνησία

Τόσοι απόντες τόσο απόντες σκορπάω γύρω μου υπενθυμίσεις μην ξεχάσω κι ωστόσο πάντα κάτι διαφεύγει πάντα κάποιοι  και φοβάμαι συνέχεια μην ξεχάσω όχι τόσο το περισσότερο μην ξεχαστώ σαν το αναμένο φως σε σπίτι άδειο σαν έπιπλο παλιό σαν μια τυχαία φωνή που χάνεται στο πλήθος και σαν την πλημμυρίδα που ξεπλένει την άμπωτη

μια στιγμή

 θα έρθει μια μέρα που τίποτα δεν θα ωφελεί όλες οι προσπάθειες θα είναι ατελέσφορες και το βλέμμα κενό θα διαπερνά τις ώρες αδιάφορα θα έρθει η στιγμή που όλα θα μείνουνε πίσω όλες οι έγνοιες όλες οι ελπίδες και θα πάψεις να λες μα τι έχει σημασία γιατί τίποτα δεν θα έχει θα πάψεις να αναλογίζεσαι θα πάψεις να βασανίζεσαι και θα συγχωρείς και θα χωρέσεις εκεί που περίσσευες τα καλά και τα άλλα παντελώς αδιάφορα θα περνάνε θα έρθει η στιγμή που θα έχεις ξεπεράσει τη γραμμή δεν θα κοιτάς πια πίσω ή μπροστά παρά μόνο κάθετα θα υψωθείς με κομμένη ανάσα με σπασμένη κραυγή μια στιγμή κι έφτασες

Μην τολμήσεις

Μην τολμήσεις κι έρθεις να με χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη πατ πατ και με συγκατάβαση να υποθάλψεις την κάθε λάβρα μου ματαίωση μην τολμήσεις να με καραδοκείς στο κάθε σφάλμα μου την αψεγάδιαστη υπεροχή σου δαψιλεύοντας να μου σερβίρεις τις πιο αλάνθαστες συνταγές κυρίως  μην τολμήσεις να με αντιπαρέλθεις σαν να μην δικαιούμαι ένα λαθραίο πέρασμα απ' τη σκηνή ποιοςειντουτος να λένε μια φορά σαν τους ρολίστες που χουν μια φάτσα που σου μοιάζει μα δίχως όνομα αρχή και τέλος μόνο ένα πέρασμα στο φτερό κι ύστερα πάλι στο ποτάμι στις εκβολές της λησμονιάς σαν ημιτελείς συμφωνίες σαν εμάς