Είχε ένα κεφάλι γεμάτο θάλασσα από τις άκρες των ματιών έρρεαν αλμυρά ρυάκια άφηνε υγρές πατημασιές περνώντας κι ήταν δύσκολο να προσπαθεί άδειασε έτσι κάποτε απ΄ όλες τις λέξεις τελευταία έμειναν τα επιφωνήματα κυρίως αυτά τα σχετλιαστικά και μια διαρκής αναρώτηση ένα ‘μήπως’ ψάχνοντας να ξεδιαλύνει χρόνο με το χρόνο αν τελικά αξίζει αν άξιζε τον κόπο κι αυτή η συζήτηση συνήθως έληγε με ένα ‘θα το δούμε από βδομάδα’ κι έτσι πήγαινε το πράγμα μέχρι που κάποια στιγμή κάποιος έπρεπε ν’ αποφασίσει ότι δεν πάει άλλο εξ ου οι θάλασσες έγιναν συνεδρίες ισολογισμοί εισερχόμενα- εξερχόμενα disconnected
Ό,τι πασχίζω ν' αποδώσω σπαράγματα μόνο να σώσω...