Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άγγελος

Μέχρι τη μέρα
που θα κατοικήσουμε
σ' ένα ψηλό φωτεινό μετέωρο
κι όλες οι φωνές
θα διαχέονται από κάτω
σαν λευκός θόρυβος
μέχρι τη μέρα που
θα στροβιλιζόμαστε με τα χέρια ανοιχτά
πάνω απ' τα βραδινά πλοία
που ταξιδεύουν μαζί μας
εδώ στη σιδερένια κοίτη μου
εκβάλλοντας εντός σου
μην έχοντας πια
καμία άλλη έγνοια παρά
ένα -  ένα τα δάχτυλα
στο στόμα
ένα παιδί '
έρχεται μαζί σου
σε πρωινό όνειρο
ξυπνώ και τρομάζω
μα, πώς γίνεται λέω
κι ύστερα ησυχάζω
πιστεύοντας πως
αυτό είναι το προφανές
όπως συμβαίνει κάθε μέρα
όπως θα ήθελα
στην ασφάλεια της αγκαλιάς σου
βυθίζομαι πάλι
μάνα, έρχομαι
να σε αποχαιρετήσω
κατοικώ εδώ, κοίταξε,
ένας άγγελος έρχεται
κάθε πρωί
και με ξυπνά
τα βράδια
αφού τυλιχτεί στο σώμα μου
με παίρνει μαζί
ν 'ανέβουμε ψηλά πολύ
έπειτα γλυκά
με αποθέτει
επάνω στο στήθος
κι η μυρωδιά αυτή
κάνει την καρδιά μου
να γαληνεύει
αφού γελάσουμε πρώτα
με την ψυχή μας
έμαθα πια
με ασυγκράτητους παλμούς
να ορίζω το παρόν μου
κοίταξε
μπορώ και είμαι
όσο ποτέ δεν υπήρξα ξανά
μπορώ και χάνω κάθε λογική
ευτυχώς
δεν χρειάζεται να περιμένουμε
μέχρι τη μέρα
που όλα αυτά θα έχουν ειπωθεί
γιατί, να, εδώ
εδώ ανασαίνω
εδώ ξυπνώ
εδώ περπατώ
κρατώντας το χέρι
όλη μου η μέρα
είσαι
όλα εσύ
εδώ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις