Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ανεξιχνίαστα

Να μη λέμε
να, κοίτα τα πράγματα
γίνανε κάπως ή αλλιώς
να χαιρόμαστε
γιατί είναι όπως είναι
να βλέπω
ξανά και ξανά
αυτό το γνώριμο χαμόγελο
αυτή είναι
η μεγαλύτερη ανταμοιβή
ο ευτυχισμένος άνθρωπος
έχει τη γεύση
τη χαρά της αίσθησης
και το ξέρει
το ξέρεις ότι
λατρεύω
να αγγίζω
να μην χρειάζεται
να κάνεις τίποτα γι' αυτό
μόνο να είσαι
έτσι όπως είσαι
γιατί σε γνώρισα
και σε μαθαίνω
όλο και πιο πολύ
μαθαίνω με τα χέρια
με το στόμα
τόσο πολύ αφήνομαι
σε αυτό που
με φωτίζει
με σηκώνει πιο ψηλά
σαν μια παρόρμηση
να  με αφήνεις
να σε περιρρέω
απ' τον αστράγαλο
μέχρι τον αυχένα
έχω έναν δικό μου κήπο
ρίχνω τον σπόρο
αντρειεύομαι
γίνομαι όσο καλύτερος
θα μπορούσα ποτέ
δεν είναι υπερβολές
πώς μπορείς να λες
μου παίρνεις την ανάσα
και μου δίνεις πίσω
ατόφια κι ακέραια ζωή
με κάνεις δικό σου
όλα είναι αλήθεια
στο σπίτι
στο δρόμο
σε ό,τι μαθαίνω
ξανά από την αρχή
όχι, δεν ήξερα
έχεις δίκιο
ήμουν καιρό κλεισμένος
κι αρνιόμουν πεισματικά
να δω πέρα
απ' τον στενό μου ορίζοντα
ερωτεύομαι
γιατί κλείνω τα μάτια
και μπορώ και βλέπω
γιατί παίρνω τα μηνύματα
στο σώμα
και τα κάνω πρώτη ύλη
γιατί με διαλύεις
και με συνθέτεις ξανά
με δέχεσαι
και με ξανασυστήνεις
στον κόσμο
με το νέο μου όνομα
με παραδίνεις
μέσα απ' το σώμα σου
νέο,
ξανά βιωμένο
καιόμενο δημιουργό
ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια
απ' το να δίνεσαι
χωρίς κανένα όριο
με αίσθηση ακέραια
παραδομένος
στο απόλυτο
το ένα
το ανεξιχνίαστο
το αξεδιάλυτο
μη φύγεις ποτέ από εδώ
μόνο αυτό να ακούω
κι αίφνης
τα έχω όλα
από πάντα εδώ

Η εποχή μας, τα χρόνια μας, τα καλύτερα τώρα...







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις