Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι ψάθινες ομπρέλες

Οι ψάθινες ομπρέλες
τίποτα δεν προμήνυαν
τα σύννεφα αεικίνητα
πόσες φορές χρειάστηκε
να πάμε πολύ μακριά
για να γυρίσουμε κοντά
πέρασε το γιορτινό καραβάνι
ένα λιτό τραπέζι
μας περίμενε
τα λόγια μας
ζυμωμένα με το ψωμί του έρωτα
να μουσκεύουμε
και να γλυκαίνουν οι ψυχές
δεν σου 'δωσα σήμερα
τα καλύτερα επιφωνήματά μου
αλλά μετά
και κάθε μετά
θα είναι καλύτερα
άπειρες φορές
θα γυρνάω και θα φιλώ
τα μάτια σου
επαναλαμβάνοντας ανεπαίσθητα
την ίδια μυστική δέηση
πως, ακόμα, θεε μου,
φοβάμαι μην παραισθητικά
μεταστώ σε τόπο
όπου θα μαστίζει άνεμος
θα προσπαθώ να κρατήσω
δυο μικρά κοχύλια στο στόμα
θα χτυπώ με τα χέρια
την άμμο
αλυχτώντας
δεν τις ήθελα αυτές τις ομπρέλες
δεν ήθελα να στέκουν τα σύννεφα
σαν γκρίζες συναγωγές
να σε κρύβουν από μένα
μπήκα στ' αυτοκίνητο βιαστικά
δρόμος της επιστροφής
στα βασικά δεδομένα:
χείλη, γλυκό μειδίαμα
μέσ' απ' τα λευκά δόντια
ψιθυριστά χαμόγελα
μείνε εδώ
του χρόνου,
υπόσχομαι,
θα σε κρατώ αγκαλιά
τέτοιον καιρό
κι ας βρέχει
κάτω απ' τις ψάθινες ομπρέλες

Χριστός Ανέστη με μια σούπερ γλυκαναλατιά από τ' αθάνατα 80's μας!!!  Soon we will be older, πριν το καταλάβουμε, αδέλφια....



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις