Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ζωές μας

Δεν χρειαζόταν ένα νεύμα
τίποτα δεν ήθελα
το βλέμμα μου
συνάντησε
λες κι από πάντα
το δικό σου
ήξερα πριν έρθω
πού θα σε βρω
θα κάθεσαι σταυροπόδι
διακριτικά αλλά και τόσο
εμφανώς
το φουστάνι σου
θ' ανέμιζε
αν χορεύαμε στη μουσική
και το χέρι
θα σου κρατούσα
και σιγά
θα τραγουδούσαμε
κοιτάζοντας
πάνω στο θόλο
τα σύννεφα της Κυριακής
με ένα βλέμμα
όλα  μονομιάς
θα ομολογούσαμε
κι ύστερα
μετά από χρόνια
πολλά που θα θυμόμαστε
θα μου λες
ήταν ωραία
το βράδυ εκείνο
κι ας ήταν μόνο
ό,τι ονειρεύτηκα
μέσα στην αύρα
της μουσικής
το φουστάνι σου
θ' ανέμιζε
καθώς γυρνούσες
μια στροφή
στο λάκτισμα των πλήκτρων
στο λίκνισμα των τραγουδιών
θα με συνέπαιρνες
με την ορμή σου
πιο λαμπερή μέσα σε όλες
κι απ' τα λουράκια
που τυλίγουνε
τα όμορφα δάχτυλα
θα τα φιλούσα ανάμεσα
βλέπεις, τελικά
δεν ήταν μόνο
μικρή βραδιά
ήτανε κάτι
που μένει μέσα
φυλαγμένο
από το χρόνο
πάντα αλώβητο
όπως για σένα
αυτά που έχω
εδώ βαθιά
και με γλυκαίνουνε
ήταν πολλά
περισσότερα
απ΄όσα νόμιζες
γιατί είχα εσένα
κι ας μη σε άγγιζα
εγώ πετούσα'
σαν ένα βαλς
που λέει χορεύαμε
στην άδεια αίθουσα
αφού είχαν σβήσει
όλα τα φώτα
μόνοι απομείναμε
εμείς  οι δύο
και το τραγούδι μας...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις