Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παγωτό

Σβήσε το φως
σβήσε με
με τα δυο σου δάχτυλα
έλα καίγομαι
βρίσκοντας
έναν άλλο χώρο
εκεί που άλλοτε στέκεις
γλυκά και με ύφος-βλέμμα-στάση
τρώγοντας παγωτό 
το παράθυρο ανοιχτό
ένας σκοτεινός ορίζοντας
με καταπίνει 
στην τροχιά του
διερευνώντας πιο μέσα
ήχοι βραδινοί
το πιάνο 
σκέπασέ με
νύχτωσε πια
ήρθες
κι ήσουνα πάντα εδώ
ποτέ δεν μου λείπει
κάτι που να φέρνει εσένα
πιο κοντά
το παντελόνι στην κρεμάστρα
θέλω να σε κρατήσω
έτσι για πάντα
να κλειδώσω τη μέση σου
γύρω από το τραπέζι
αργήσαμε
όλοι γύρω είχανε πια
κουραστεί
ακούω τις φωνές τους διακριτικά
ακούω τις ανάσες μας
ακούω την καρδιά μου
αντανακλά
στο στήθος σου
εκτοξεύεται και βγαίνει 
έξω 
θέλω ξαφνικά να πετάξω
από τον ακάλυπτο
βρίσκομαι πάλι
στο δρόμο γυμνός
και το ξέρω
αλλά δεν με νοιάζει
κανείς δεν με βλέπει
διασχίζω το διάδρομο
ανεβαίνοντας τις σκάλες
μπαίνοντας σε ξένα σαλόνια
δώσε μου έναν τόπο
να σταθώ
να τοποθετήσω τα πόδια μου
με δύναμη
γλιστρώντας επάνω μου
με σκεπάζεις σανλιωμένησοκολάτα
και δεν μπορώ 
ούτε να μιλώ
ούτε θέλω να κινούμαι πια
θα πρέπει να κατέβω από τη μηχανή
με περιέφερες πάλι
στο αχανές
να ναι άραγε
διακοπή
να σταμάτησε ίσως ο κόσμος
και για ένα απειροστό σημείο
όλα συμπυκνώνονται
πληρούνται και διασκορπίζονται
άπειρες φωτεινές σφαίρες
το κέντρο 
είναιηκουζίναμου
ρίξε τα όλα κάτω
γκρέμισε τη μεσοτοιχία
τράβηξέ με στις σκάλες
στο δρόμο
ν' ανεβαίνουμε προς τη δεξαμενή
να πετάξουμε επάνω 
από τ' αυθαίρετα χρόνια 
δεκαετίες έχω ζήσει ήδη
μετρώντας σχεδόν τρία ημερολόγια
δεν θα πετάξω κανένα χαρτάκι
όλα θα τα φυλάξω
στο συρτάρι της κουζίνας
σταυροπόδι απέναντί μου
κοροϊδεύοντας 
εσύ και το παγωτό σου













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα