Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πέρασε η μέρα

Σαν τους χαμένους θησαυρούς
τους ναυαγούς
τους ξεχασμένους 
θα χτίζω στην άμμο τις σπηλιές
με τους σκοπούς
ερωτευμένους
κορίτσια κοιμούνται στο βυθό
ακολουθώ 
σαν μαγεμένος
και κλείνω την κάθε σου ηχώ
πού να σταθώ
είμαι χαμένος
ώσπου τη σκόνη σου εδώ
πάνω σ' αυτό 
το σώμα να απλώσεις
ν' ανοίξεις τα γκρίζα σου φτερά
σαν αγκαλιά
και να ξαπλώσεις
χειμώνας  κι ο ήλιος ο ζεστός
θα είν' αυτός
που έχω κρυμμένο
μαζί με την κάθε σου ηχώ
που ακολουθώ
και περιμένω
βραδιάζει και τ άλλο μου μισό
είναι εδώ 
και μ' αγκαλιάζει
γυμνός και τυφλός ακολουθώ
ακροβατώ
και με φωνάζει
να έχω κρυμμένο θησαυρό
που θα τον βρω
κοντά σου τώρα
πέρασε η μέρα στη σιωπή
μια Κυριακή
θυμάμαι τώρα
όπως οι άλλες Κυριακές
σκόρπιες φωνές
και  ξεχασμένες
τόσο οι μεγάλες μας στιγμές
μα κι οι μικρές
οι λατρεμένες
κορίτσια που καίγονται στο φως
ποιος είναι αυτός
που θα σας νιώσει
σαν φεύγετ' απόγευμα ζεστό
το βράδυ αυτό
που θα τελειώσει
πέρασ' η μέρα στη σιωπή
ποιος θα μου πει
πού να σε ψάξω
έτσι στη θύμηση να ζω
να ξεχαστώ
και να πετάξω
μια θάλασσα ζει μέσα στο φως
κι εγώ σοφός
δεν έχω γίνει
και μένω εδώ πίσω ουραγός
σ αυτού του κόσμου
την άγρια δίνη
δυο λόγια μονάχα ένα φιλί
μικρό πουλί
μη μου πετάξεις
τη μόνη χαρά μου στη ζωή
σαν σε παιδί
να μου την τάξεις...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα