Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ήσυχος άνθρωπος

Ο ήσυχος άνθρωπος
είναι μέσα βαθιά
πιο ανήσυχος απ' τον καθένα
ωστόσο
τέρπεται με πράγματα απλά
πετά μια σαΐτα στον αέρα
χαμογελά με τα σύννεφα και τα πουλιά
ρίχνει μια χούφτα νερό
στο πρόσωπο
κι ευαρεστείται
να περπατά κρατώντας το χέρι
ένα μικρό κύκλο
να, που είναι όπως η ζωή
αφετηρία
με ανηφόρες
σκαλιά
έπειτα μια μεγάλη ευθεία
ξανά ανηφόρες
και  κατηφόρες απότομες
και κει
κατά το απόβραδο
που τα φώτα ανάβουνε τεμπέλικα αχνά
όταν οι επιβάτες  παίρνουν βαριά
το δρόμο της επιστροφής
τότε, ο ήσυχος - ο δικός σου ήσυχος άνθρωπος -
θέλει να σε σφίξει λίγο παραπάνω
να έρθει λίγο πιο κοντά
ν' αγαπήσει ξανά απ΄την αρχή
τα μικρά καθημερινά σου γυμνά βήματα
που θέλει μαζί σου να μοιραστεί
γιατί αυτός
δεν μπορεί να βαδίσει σωστά αλλιώς
κι όταν δεν μοιράζεται
όχι από επιλογή
αλλά γιατί χάνονται οι καθημερινές
διαδρομές
δεν έχει λόγο
τον ήσυχο άνθρωπο
κάποτε
θα τον παρεξηγήσεις
ειν' η χαρά του ένα τεράστιο
φωτεινό καλειδοσκόπιο
ένα κατακόκκινο μπαλόνι στην πλατεία
κι εκείνος στέκεται παράμερα και το παρατηρεί
κρυφά γελώντας
κρυφά πανηγυρίζοντας τη χαρά
να έχει η ζωή χαρά
όπως αυτές που έχεις
για μένα
που βαραίνουν γλυκά
μες την καρδιά μου
με το γλυκό το βάρος
της αγάπης που δεν ζητά
μες στο στέρνο πεταρίζοντας
σαν πεταλούδα
ω, ναι, ο ήσυχος άνθρωπος
έχει μέσα στο στήθος
πλήθος πολύχρωμες πεταλούδες
τις βλέπεις μέσα στα μάτια του
όταν πλημμυρίζουν
στου έρωτα
τα καρπερά περιβόλια





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα