Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λευκό

Λευκό
γλυκά και απαλά
να σε ανασήκωνα
ψηλαφώντας την επιφάνειά σου
τα κρυμμένα και φανερά σχεδόν
αγγίζοντας με ένταση
χώρος που δεν υπάρχει έξω
από τη σάρκα τώρα
μεστώνει κάτω απ' αυτό
και ζητά επίμονα
ν' ανασηκώσει αυτό το πέπλο
τώρα δα
μέσα στον υπόγειο διάδρομο
περνώ τώρα
τα χέρια από κάτω
καυτή επιφάνεια
τα χείλη στάζουν ικεσίες
εκλιπαρούν τα μέλη
φωτιά στη φωτιά
σ' όλο το δρόμο
ήσουν στη σκέψη μου
κρυφά να μπω μέσα
και φανερά διεκδικώντας
σε μια στιγμή απόλυτης έξαψης
δεν υπάρχει παράλογο και λογική
σε θέλω τώρα
όχι πιο μετά 
όχι πιο λίγο
όχι λιγότερο επιτακτικά
λευκό
άφησέ με
να παρατηρήσω
δεν συγκρατώ τις λεπτομέρειες
φτιάχνω εικόνες 
κι άλλες εικόνες ζωντανές
παραδομένες σ' ένα όλο που σφαδάζει
διαπνέεται από κάθε πλευρά
απ΄ όπου και να κοιτάξω
 - άφησέ με να κοιτάζω - 
τυραννώντας με έτσι
ω ναι, κάντο
κάνε με  να παραληρώ
στη μέση της λεωφόρου
κάνε με να περιγράφω
και να ξαναζώ
μα, δεν βλέπεις πως
μαζί σου
όλα ξανά υπάρχουν 
δυο και τρεις φορές
δώσε μου αυτή τη γλυκιά βάσανο
της επανάληψής σου
ξαφνιάζοντας, ωστόσο, 
μ' επιμέλεια το κάθε αισθητήριο
λευκό, 
έλα να σε κρατήσω
να σε σηκώσω ψηλά
να δω το μέσα έξω
να σ' αγκαλιάσω 
σ ένα σύννεφο χαράς
μετά φεύγοντας
να σε δω
να ισιώνεις τις άκρες σου
και να ορθώνεσαι ψηλά
και λικνιστά
στο βέβαιο πέρασμα
της γυναίκας που όλα τα λέει
με το σώμα



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία