Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όψεις αιωνιότητας




Γυναίκα
εγώ που
επαναλαμβάνομαι
χωρίς καμία αξίωση
τίποτα
δεν έχω πει τίποτα απολύτως
μόνο να
εδώ και μισόν αιώνα
οι γνωστές υπερβολές
ψελλίζω
ασθματικά λειψά
αδυνατώντας να μπω
έστω και γύρω απ' το περίγραμμα
τα βασικά και τα χρειώδη
πριν το θάνατο
πριν το τίποτα που κυριαρχεί
τελικά
ένα ανεπαίσθητο πέρασμα'
σαν ελαφρύ αεράκι
βράδυ στη βεράντα
επαναλαμβάνοντας τον εαυτό μου
σε πρόβα ζωής και αιωνιότητας
όλα γίνονται ένα
αποτύπωμα
βαθύ ή χλιαρό
πόσες φορές
θα έχω ακόμα το προνόμιο
να μάθω αγγίζοντάς σε
η αποστέρησή του
ένα βήμα πιο κοντά προς
το θανατερό κενό
έριξα πολύ μελάνι
χάραξα άπειρα χαρτιά
άλλα τα πήρε η καταιγίδα
άλλα τα έκαμα συνειδητά τρίμματα
άλλα δωρήματα
αυτό που μου απομένει
ν' αποδυθώ
σε μια λυσσώδη ανάβαση
από το πέλμα ως το άπειρό σου
να διεισδύσω απρόσκλητα
στο ασυνείδητό σου
ποιος γνωρίζει γυναίκα
την αλήθεια σου
ποιος μπορεί να ντυθεί τη μάσκα σου
χωρίς γελοία να συντριβεί
η ομορφιά είναι ένα
αιώνιο αποτύπωμα
το βλέμμα κρατά'
αυτή τη λάμψη
ακόμα κι όταν θολώνει
σιγά σιγά
κι αυτή είναι η τραγωδία
της ύπαρξής σου
αν μπορώ
ως φωτοφράκτης
αυτό το σπίθισμα
να συγκρατήσω
κλέπτοντάς το
στιγμιαία
αυτό είναι το μόνο
της ζωής μου
το σχέδιο


Στη φωτό, Bibi Andersson, μούσα του Μπέργκμαν...












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα