Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κουδούνι

δεν μου μένει
τίποτ  άλλο
το τελευταίο μου
προπύργιο
παλεύω σ' έναν
σκοτεινό πυθμένα
που όλα τα τραβάει κάτω
φοβάμαι να κοιτάξω
το έρεβος με καλεί
γλυκά
το τραγούδι του χάους
αντηχεί
δεν  μπορώ με τίποτα πια
να ζεσταθώ
έχω κάψει όλα
τα τραγούδια που θα έγραφα
τι ωφελεί
δεν ακούει κανείς
αυτός που μένει πίσω
να κοιτάζει τη σκόνη
το ταξίδι χάνεται
σαν μια υπόσχεση άπιαστη
ακολουθώ μια σπείρα
με τροχιά καθόδου
κανείς δεν μιλάει
το σώμα τοποθετείται
χωρίς ψυχή
τα κεριά σβηστά
κανένας ήχος
από μέσα μου
ανεβαίνει μια υπόκωφη
καταιγίδα
το στήθος σπαράσσεται
αναφιλητό που
δεν βγαίνει
δεν το ακούς
δεν το νιώθεις
που τρέμει στα χέρια σου
βήχει, φωνάζει και αδειάζει
το ίδιο του το σώμα
χωρίς πνοή
χωρίς ήλιο
ένας κρύος αέρας
σφυρίζει μέσα στο μυαλό
άλαλοι τρελοί
ξεχύνονται κατά το βουνό
κάτω ο  κόσμος μαίνεται
ο κόσμος που δεν με νοιάζει
που μόνο εσύ με νοιάζεις
που δεν έρχεσαι επίμονα
που προσπερνάς
και πάνω απ' το κορμί μου
περνάς ορμητικά και με σαρώνεις
ας είναι
ας ήταν κι έτσι να 'ρχόσουν
ας ήταν ν΄ακουστεί
το κουδούνι
γιατί αν δεν ακουστεί
αυτό το σπίτι
θα σβηστεί
κι ο ένοικος
σαν ένοικος
θα ξεχαστεί

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις