Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βαθιά

το σπίτι
κρυώνει τα βράδια
από τους τοίχους 
μπαίνει αυτό το κρύο
εισχωρεί σαν επισκέπτης
μακρινός
δεν μπορώ να πάω
στο κρεββάτι
τα σκεπάσματα δεν αρκούν
θέλω να πέσω γυμνός
το σώμα μου 
είναι ένας δρόμος
που ανοίγεται
για να περάσεις
τα χέρια μου
κλαδιά που σε τυλίγουνε
τα πόδια, οι ρίζες
στο στήθος μου
φωλιάζουν τα φιλιά σου
κατεβαίνοντας 
με βρίσκεις παραδομένο
οριστικά
στην αγάπη
με υγρά χείλη 
και λυμένα μέλη
ένα μούδιασμα
έπειτα
οι βίαιοι χτύποι της καρδιάς
τίποτα δεν νιώθω άλλο
πέρα απ' αυτή τη δίνη
μου είναι αδύνατον σχεδόν
κάθε περιγραφή
ίσως αν προλάβαινα να κλείσω σε λέξεις
η κάθε αίσθηση
επεκτείνεται στο άπειρο
ο χρόνος
μια κηλίδα στο σεντόνι
ας ήταν να κρατάει
όσο ποτέ 
ας μην έπρεπε μετά 
να επιστρέφουμε
ξανά στο χώμα
ας παραμέναμε αενάως
μετέωροι
δεσμώτες εραστές
ονειροφαντασμένος εγώ
δεν μπορώ καλά καλά
να πατήσω σε μια σίγουρη λέξη 
κιόμωςζητώ
το περισσότερο 
μέσαστοκάθετι 
που μου κάνεις
μου φέρνεις
τα πιο λεπτά σου αρώματα
κάθε φορά γεύομαι
ένα άλλο σου πρόσωπο
αιώνιο και γυναίκα
στης σάρκας το πάλεμα
βρίσκω την ψυχή μου
θεέ μου
πόσο πολύ αναζητώ
καθημερινά
αυτό το βίωμα
πόσο χαμένος είμαι
παρά στα δικά σου χέρια
πάρε με
με κάθε τρόπο
δες περιμένω
μεταμάτιακλειστά
τα φώτα χαμηλά
κι ένα κορμί
θάλασσα
του Σεπτέμβρη
ολοδική μας
φιλόξενος κόλπος
απόβραδο
στα μάτια κοίτα με
που κολυμπώ
μέσα βαθιά σου 
δες ανοίγομαι










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις