Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ώρα

αυτή την ώρα
που η κούραση
υπερνικά
όλοι έχουνε φύγει
άλλοι  παρέα
άλλοι τα παιδιά
στο σπίτι
στη βόλτα
στα μπαρ οι φίλοι
ανέβλεπα τον εαυτό μου
απ' έξω
θα αντίκριζα τι αλήθεια
δύσκολο πράμα
η νεότητα
δύσκολη δουλειά
να παλεύεις με το χρόνο
\προσπαθώντας να δώσεις\
σχήμα να χωρέσεις\
σ ένα φιλί
διαστέλλοντας
πολύτιμες στιγμές
μια απειροελάχιστη
ένα πέρασμα
ξυστά του θανάτου
στο απόλυτο
ποιος αποτολμά
να εισχωρήσει
να μείνει εκεί
επιστρέφουμε στη μήτρα
των πραγμάτων
πορεία αντίστροφη
ζάλη, πόθος
δε νιώθεις
μα όχι
ίσα ίσα
τόσο πολύ που
΄όπως το καυτό γίνεται παγωμένο
πίσω και πέρα από κάθε
λεκτικό
γι αυτό και όσοι
παλεύουμε με τα μικρά
σφυράκια μας
χτυπάμε στη μνήμη της πέτρας
α, να πάλι
παραλίγο να πω μνήμα
γι αυτό ο έρωτας
ορμή, κίνηση, αδιάκριτος
ξεχειλίζει παντού
στοπαρόνστοποτέ
τι σημασία έχει
ύστερα, μετά
ναι, βρίσκω καυτό
το μικρό σου δαχτυλάκι
θα θελα
σε μια στιγμή πλήρους
παραφοράς
στο στόμα
πόσα λίγα σουζητώ
τίποτα λιγότερο απ' όλα
γι αυτό,
την επόμενη φορά
μη μ' εμποδίσεις
να φτάσω
εκεί που
ποτέ
δεν θα μπορέσω
να κατοικήσω
παρά με σένα
σφιχτά κρατώντας
όλο μου το είναι
μέσα σου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις