Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναδρομικά

Καταλαβαίνω
κάποτε 
οι καιροί δεν είναι μακρινοί
όλα πια συγκλίνουν
ένα φάσμα αόρατο
καλύπτει τα πάντα
θα με αντέχεις 
για πάντα λες
να σε φτάνω
να προφταίνω
τον λίγο χρόνο μου
στο στόμα δώσε μου
σαν ίασμα
διατρέχοντας τα χείλη μου
με τη γλώσσα
ονειροπολώντας αδιάκοπα
αυτή η εφηβεία 
που δεν περαιώνεται
εντέλει
έλειψα απ' τη ζωή
κι η ζωή δεν με ξέχασε
χρωστώ τον νόστο μου
στα δυνατά σου χέρια
τότε που
σκονισμένοι, τσαλακωμένοι
με σήματα ερωτικά ιδρωμένα
δεν τολμούσα να βγω παραέξω
είχα τον φόβο στα μάτια
ξέρω
είναι καιρός να συμφιλιώσω
το πρόσωπό μου
με τον καθρέφτη του κόσμου
δενυπάρχειπιαάπλετος
ο χρόνος ταξιδεύει
σαν φυσαλίδα πάνω απ' τη θάλασσα
ένα παιχνίδι παιδικό
που πάλιωσε πια
αυτό λοιπόν
θα σου χαρίσω
τηδυνατότητα
να κάνουμε ατέλειωτα ταξίδια
αναδρομικά\
τρεις το μεσημέρι
η μέρα μακραίνει
τι να κάνω
για να σε κρατήσω
ανοίγω όλα τα παράθυρα
με τα μακριά μου δάχτυλα
διαβάζω το σώμα σου
γεύομαι το ύστερο
σε κρατάω διάφανη
στα χείλη μου
αποτυπώνεται
το καύμα
που σαρώνεις
στο στόμα σου
καλά εσύ
μου έλεγες ταξίδια\
να, ξεκινάμε απ' τον αυχένα
μετά το χώμα που πατάς
στα γυμνά σου πόδια
κλειδώνοντας τα άκρα
διαστέλλοντας
\συστρέφοντας
σφίξε με κι άλλο
μέσα σου σύνθλιψέ με
έτσι που όλα να μην είναι πια τίποτα
παρά  ένα αξεδιάλυτο ένα






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις