Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λεία δώρα

Δεν είμαστε απο δω
το χουμε πει
το βλέπεις κάθε μέρα
τώρα που είπα "βλέπεις"
σε κοίταζα ξέρεις
δεν μπορούσα
να μην απλώνω επάνω σου
αδηφάγο το βλέμμα
έτσι που
λεία και γυμνά
στις σκάλες
ανεβαίνοντας
είναι γυναίκας
το κάλεσμα
είναι το πιο ισχυρό
δεν συγκρίνεται τίποτε άλλο
μήτε αρχή,
μήτε εξουσία
χρήμα και χρόνος
όταν άρχουν
εξουσιάζουν το είναι
όλα τα χρήματα
να τα πατήσεις
στα πόδια σου
όλην την περηφάνια
και κάθε έπαρση
να την συντρίψεις
στις γάμπες σου\
με όλα σου τα όπλα'
γυναίκα
κατακτάς κάθε μου αίσθηση
εν ακαρεί
νικιέμαι και χαίρομαι
πέφτω στο πεδίο σου
στις επάλξεις σου
και τις πτυχές που ανεμίζεις
ματώνω
και μέσα μου
μεστώνει μια χαρά
ανυπέρβλητη
τόσο που ποθώ
τον πόθο σου
με το βλέμμα
και το γυροφέρνω
δεν χρειάζομαι
φωτογραφίες
και πορνογραφίες
όλα τα έχω καλά αποθηκευμένα
χωρίς να το θέλω
να, όλα αναδύονται
κι ορμητικά κατακλύζουνε
κάτω από τα φώτα
της Κυψέλης
ορμάνε πάνω μου
τα δικά σου δώρα
γιατί είναι δώρο σου
γυναίκα
που έκπαγλα χαρίζεις
και γω
το φυλάω κρυφά
και στο επιστρέφω
κάτω απ' το σεντόνι μου




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις