Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κυριακή

Κοίτα, εγώ που μένω εδώ
και πάντα περιμένω εδώ
ακόμα μια Κυριακή
εγώ εδώ και συ εκεί

Να σφίγγω το σεντόνι μου
να σε θυμάμαι μόνη μου
που μέσα μου σε κράτησα
σ ένα κορμί σ' ανάστησα

Πόσο σε θέλω δεν μπορείς
να νιώσεις και να το σκεφτείς
στο δρόμο σ' είδα να περνάς
τα δύσκολα είναι για μας

Ήταν το μεσημέρι μας
που έλαμψε τ' αστέρι μας
μας πήρε ως τ΄απόγευμα
και βγήκαμε στο λιόγερμα

Και σαν χαμογελούσαμε
λες και μαζί ξεχνούσαμε
της μέρας τα παράταιρα
εμείς να ζούμε άκαιρα

Γιατί ο καιρός μας άργησε
που βρήκε πού μας άφησε
να δέρνουμε τα κύματα
με δυο κορμιά κι αισθήματα

που όσοι δεν τα νιώσανε
κι άλλοι τα μετανιώσανε
δεν ξέρουν τι θα πει να ζει
κάθε ψυχή χωρίς μαζί

μα εγώ είμαι απ΄το αίμα σου
πνοή και φως στο βλέμμα σου
κι αν χάνομαι στη μέρα, δες,
γυρνώ μες στο δικό σου χτες

και παίρνω απ' τα χείλια σου
νερό και τα κοχύλια σου
τα κρύβω μες τα χέρια μου
τα λάγνα μεσημέρια μου

να τα χορτάσω δεν μπορώ
αλλά και πάλι στο χρωστώ
που σε κρατάω αγκαλιά
να με πεθαίνεις με φιλιά

Κοίτα, εγώ που μένω εδώ
και περιμένω να σε δω
ακόμα μια Κυριακή
που θα 'μαι εδώ και συ εκεί

Να σφίγγω το σεντόνι μου
να σε ξορκίζω μόνη μου
που μέσα μου σε κράτησα
σε κέρδισα σ' αγάπησα

και σ' έκανα δικό μου
 αθάνατο νερό ...








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις