Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το αμφιθέατρο

Το αμφιθέατρο
κατάμεστο
όλοι απέναντι
ένα πλήθος
στο γκρίζο κτήριο
το κοινό
αδιαφοροποίητο
κοιτάς στο κινητό
τίποτα ακόμα
κι ώρα περνά
ανεβαίνεις στο πάνελ
πρέπει να λάβεις θέση
πρέπει όλοι
να παίρνουμε τη θέση
που μας αρμόζει
που είσαι
δεν φάνηκες
κανένα νέο
καμία νύξη
ένα κενό
κι όμως
μέσα στην οχλοβοή
από τους ψίθυρους
πίσω από τα περίεργα
ή εταστικά βλέμματα
- μα ποιος νομίζει ότι είναι αυτός; -
δεν νομίζω
ποτέ δεν νόμιζα
στα παιχνίδια
που παίζαμε παιδιά
είχα μια αυθόρμητη τάση
τώρα την καταλαβαίνω
αρνιόμουνα
να παίξω το παιχνίδι
αγόρια- κορίτσια
και πιο πολύ
ήμουν με το μέρος
των κοριτσιών
ποτέ δεν χλεύασα
κορίτσι
ποτέ δεν κορόιδεψα
γυναίκα
αυτή είναι η μοίρα μου
ας το δεχτούμε
σήμερα, λοιπόν,
στο αμφιθέατρο
ενώ πλησίαζε η ώρα
πώς δεν ξέρω
είχα μια τέτοια βεβαιότητα
πες την και ανάγκη
πως θα σε δω
σε λίγο
να κατηφορίζεις
τα σκαλιά
ένα πολύχρωμο φάσμα
μέσα στην κοινοτοπία
των πολλών αγνώστων
προσώπων
και θ' αναζητήσεις
μια ελεύθερη θέση
κάπου κοντά
έτσι ανέκτησες
το θάρρος
με αυτή την παράλογη
βεβαιότητα
και βγήκες  μπροστά
δεν ήσουν πια μόνος
σ' ένα παράλογο πλήθος
δεν είμαστε μόνοι
στις μεγάλες αλλά και τις μικρές
στιγμές μας
ας μου πει κανείς
τι είναι πιο αληθινό
από αυτό που ζει
με κάθε τρόπο
μέσα μας
ήταν ξεκάθαρο
ήρθες
σάρωσες τον χώρο
με την παρουσία σου
αλήθεια
σκίσαμε μωρό μου
σκίσαμε πέρα για πέρα
την κάθε απόσταση
το κάθε λεπτό
διασχίσαμε πολύ περισσότερο
απ' όσο ένα ημερήσιο
ταξίδι
ήσουν εκεί
με πάσα βεβαιότητα
κι ας ήρθε το μήνυμα
με καθυστέρηση
δεν το χρειαζόμουν πια
ήσουνα εσύ
μπροστά στα μάτια μου
κι αυτό
νομίζω
τα λέει όλα




  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις