Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η μαντινάδα στο κάτω μέρος

Κι ενώ βαδίζεις
και λες
κάπου έφτασα
να το άνοιγμα
να σε λίγο θα βρέξουμε
τα πόδια μας
κι όσο κατεβαίνεις
προς τη θάλασσα
τόσο να παίρνει και
να συννεφιάζει
κοίτα τα πουλιά
γυρίζουν έναν κύκλο επίμονα
η γάτα κυνηγιέται ανήσυχη
το σπίτι είναι μικρό
χωρά δεν χωρά
έναν τόσο δα αναστεναγμό
βοήθησέ με
να βρω τα πατήματά μου
μπρος σήκω
τι κάθεσαι τώρα
δεν είναι ώρα γι' αυτά
/μα τώρα είναι σου λέω
μεγαλώνω δεν βλέπεις
μπουφάν, κλειδιά κράνος
στοπ για καφέ
η βίλλα της Βεΐκου
στο πρωινό φως
βιαστικοί στο φανάρι
μα γιατί βιάζεσαι
γιατί
πόσες φορές θα στο πω
βιάζουμαι
έχω μια αίσθηση επείγοντος
γρήγορα γρήγορα
μη φύγεις
=
uτρέξε τρέξε
το βράδυ θα έρθει
το κλειδί #
σκάλες, φυσάει
κι ένας αέρας
και το κοριτσάκι που τραγουδά
τι θα φάμε σήμερα;
δεν ξέρω να φτιάχνω\
δεν ξέρω ν' απαντώ\
μου είναι άγνωστη η ερώτηση
τα εις -με σημαντικά
που είσαι
γιατί κρύβεσαι
έλα ας παίξουμε
όχι δεν παίζω
μα ούτε κι εγώ
πώς σου πέρασε
κι εγώ, εγώ που είμαι
που με βάζεις εμένα
τον εγωισμό σου κάνε τον
σκόνη στον αέρα
\καίγονται τα μάτια μου
δεν το βλέπεις
το βλέπω αγάπη μου
δεν ήταν υγρά τα μάτια σου
και δεν έλαμπαν
ήταν στεγνά τραβηγμένα
πίσω στις κόγχες των
δεν είδα τα υγρά σου μάτια
μωρό μου
θα κάνω τα πάντα
ό,τι θες ό,τι χρειαστεί
αρκεί να τα ξαναδώ
τις μελένιες λίμνες σου
για μένα
για μένα
μόνο για μένα
μόνο τότε
θα ησυχάσω
μόνο έτσι
θα γαληνεύει
η ψυχή μου

κι όποιες ποτέ δεν πόνεσε
στου έρωτα τ' αγκάθι
μήτε χαρά που γνώρισε
μήτε καημό και πάθη










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις