Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

κύκλος

ένα
πλήρες
γεμάτο
όσο δεν παίρνει
το νερό
τρέχει επάνω στο σώμα
κάθε πόρος γίνεται
άνοιγμα
ήσουν έτοιμη
με δέχθηκες
ερχόμουν
σιγά σιγά
ανακατεύοντας
τραβώντας
τα μαλλιά σου
ενώ
κυλούσα, κυλούσα
αργά
προετοιμάζοντας
μια κατάνυξη
μέσα στο σκοτάδι
όλα ένα γύρω
ξεκάθαρα
όλα τα νιώθω
τόσο διαυγή
τόσο έντονα
τα περιγράμματα
δεν μπορώ πια
να ξεχωρίσω
είμαι εγώ που βυθίζομαι
και υψώνομαι
ή το σώμα σου
το σώμα μου
ένα αμάλγαμα
όλο το σθένος μου
σε σένα
κέρδισέ με
και πάλι\
δεν μπορώ
δεν αντέχω μα την αλήθεια
τόσο γλυκιά
και αιχμηρή η αίσθηση
που σχεδόν πονάει\
σαν τη γλυκιά κόψη
ακροβατώντας\
σε τέλεια ισορροπία
τα λόγια βγήκαν
από βαθιά
σχεδόν ένα ζωώδες
παραλήρημα
ναι μα την αλήθεια
φτάνοντας
σε αυτό
τα νιώθω όλα
περνάω μέσα από
το σκοτάδι
σε διαπερνώ
\και πάλι γίνομαι
άγγελος και διάβολος
\εσύ η θάλασσα
το νερό
που με τραβά
ηδονή και οδύνη μου\
απόκρυφα κι ολοκληρωτικά\
γι αυτό θέλει
σθένος κι αίσθημα αψύ
να καίει \
να πονάει
υποφέροντας
έρχεται μετά
ξανά και ξανά
η λύτρωση
και πάλι
ο ίδιος κύκλος














Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις