Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα αντίστροφα

Η βόλτα
μια μικρή
παρεξήγηση
τόσο μικρή
και ασήμαντη
που ίσα να μας
υπενθυμίζει
υπογραμμίζοντας
πόσο είμαστε
ο ένας για τον άλλον
όχι δεν θέλω
τα παλιά 
φθαρμένα ρούχα
τώρα μόνο
με χρώμα
μόνο που, να,
το σπίτι είναι πιο κρύο
χωρίς μια φωνή
η παρουσία μου 
λες και γίνεται ένα
με τα έπιπλα 
τους τοίχους
ξέρεις τώρα
δεν μπορείς να βγαίνεις
και στο μπαλκόνι 
αυτά τα φώτα εκεί κάτω
είναι μια παρηγοριά
θα θελα 
να ξανάβλεπα 
μαζί σου 
τη θάλασσα
όπως και χθες
και να σε νιώσω
στην παλάμη μου
να υγραίνω το στόμα σου
να χάνομαι 
καθώς έρχεσαι κοντά μου
το κύμα πήρε μαζί του
κάθε μίζερη σκέψη
τα δάχτυλά σου
μ' εκτοξεύουν
στο γαλαξία
που πάλλεται μέσα μου
σπρώχνω με τα πόδια
νομίζω πως 
το πάτωμα του αυτοκινήτου
θα υποχωρήσει'
και θα βρεθούμε μέσα 
στη σκοτεινή θάλασσα
μισόγυμνοι
α μα δεν ντρέπεσαι καθόλου
όχι όχι 
δεν υπάρχει τίποτα γύρω
είμαστε μόνοι 
εσύ κι εγώ
εδώ τώρα
είναι όλος ο κόσμος
ω θεέ μου
δεν μπορώ
να το κάνω να διαρκέσει
περισσότερο 
δεν πειράζει
είναι καλύτερο έτσι
ύστερα
γυρίζοντας
γελάσαμε γελάσαμε
κι είπαμε κι άλλα
και πέρασε όμορφα
η βραδιά
μα πέρασε
τι θέλεις τώρα
στάσου περίμενε
θα μπορούσα να λέω
κι άλλες φλυαρίες
μόνο και μόνο
για να σε κρατήσω
στη γραμμή
το βράδυ πέρασε 
πάλι
αγαπημένη
αύριο ξανά
θα περιμένω
θα μένω εδώ
και θα σε νιώθω
όλο και πιο βαθιά
τόσο που ο πόθος
να γίνεται πόνος
και το αντίστροφο
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα