Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σπίτι

Είχα καιρό
να μπω
στο σπίτι
η γειτονιά ίδια
δεν έχει αλλάξει κάτι
τα παιδιά μεγαλώνουν
σταθερά
τα δέντρα
ο κήπος
η λεβάντα
που ξέχασες να μού δώσεις
κι όλα αυτά
που πήρα
για το δρόμο
για το σπίτι
για να έχω
να πορεύομαι
σε μέρες που επίμονα
το φως
θα απουσιάζει
είσαι κοντά μου
μέσα μου
με κάθε μορφή
και τρόπο
αλλά μπορώ 
καλύτερα να γυρνώ
στον καθημερινό μου φόρτο
έχοντας μπροστά μου
το περίγραμμα
του προσώπου σου
την άλλη φορά
σε βρήκα κουρασμένη
να μετράς
την κάθε λέξη
με κόπο
σαν αντίλαλος μιας σιωπής
που βασανίζει
αποκαρδιωμένη
δεν ήσουν εσύ
απόψε
το χαμόγελο διέγραφε
αυτό το όμορφο τόξο
στα χείλη
σαν έφηβη
τα μαύρα νύχια
κάποτε τα μισούσα
ίσως αλαζονεία
αλλά στα δικά σου  άκρα
σαν να γράφουν με
μαύρο μελάνι
ποθητή, εξαίσια
αισθησιακή
γυναίκα
που στην αγκαλιά σου
πάλλομαι, συσπώμαι
διαστέλλομαι
με τα μάτια κλειστά
στον δικό σου χωροχρόνο
να μπορώ να σε κατακτώ
να υποτάσσω και να υποτάσσομαι
σ' ένα αέναο ερωτικό μεσημέρι φθινοπώρου
θάλασσα κι αέρας
βγαίνοντας μετά
στο κρύο
πόσο θα 'θελα
ξανά να βαδίσουμε στην άμμο
μόνοι εμείς
δεν υπάρχει κανένας
περισπασμός
όταν
ζεις
αληθινά σαν ένα
απόψε είδα το σπίτι
σαν φωτογραφία
σκέφτηκα εδώ
κατοικείς
βρίσκεσαι, πλένεις τα ρούχα
απλώνεις
φτιάχνεις φαγητό
σερβίρεις το γλυκό
βγαίνεις στην αυλή
με το σορτσάκι σου
τα λεία γυμνά πόδια
και είσαι
μέσα σ' όλο αυτό
στον τοίχο με την υγρασία
στην κουζίνα
στο μικρό σαλόνι
με τις λιγοστές εικόνες΄
στο ρολόι με την αλυσίδα
και τη παλιακιά πολυθρόνα
είσαι εσύ
μόνο εσύ
που το κάνεις
όλο αυτό
ξεχωριστό μοναδικό
απόλυτα δικό σου
κι είμαι κι εγώ
με κρατάς
με παίρνεις
με φέρνεις μέσα
μόνο για σένα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις