Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

να τραγουδάω

θα μείνω και πάλι
καθισμένος
στο γραφείο 
ως αργά θα το παίξω
πολυάσχολος 
και δήθεν
έφυγαν 
κανείς εδώ
Παρασκευή 
κάπου πηγαίνουν
ίσως πάλι
και στο σπίτι
καναπές 
καμιά ταινία
κανένας ώμος
για να γείρεις
ή μαξιλάρι \
να μοιραστείς

και μου λες
ποια η διαφορά
και μου λες
ποια η διαφορά

που εγώ θέλω
ν' ακουμπήσεις
το κεφάλι
στην αγκαλιά μου
να σε πάρω μετά
στα γόνατά μου
να κουλουριάζεσαι
σαν τη γάτα
που με βλέπει
μες τα μάτια
και μου μιλάει
μου μιλάει
για σένα
κι αποκοιμιέται
στη σιωπή της
ειρηνικά 

τα πιάτα 
θα πλύνω
θα πετάξω
τα σκουπίδια
τραβώ
την κουρτίνα
τα σπίτια πέρα
στολισμένα
οι άνθρωποι
που τρώνε, που πίνουν
που γελάνε
που μιλάνε ή δε μιλάνε
που ερωτεύονται
ή συνηθίζουν
παντού 
οι ίδιοι άνθρωποι
παντού 
μόνο εδώ...

που εγώ θέλω
ν' ακουμπήσεις
το κεφάλι
στην αγκαλιά μου
να σε πάρω μετά
στα γόνατά μου
να κουλουριάζεσαι
σαν τη γάτα
που με βλέπει
μες τα μάτια
και μου μιλάει
μου μιλάει
για σένα
κι αποκοιμιέται
στη σιωπή 
του φεγγαριού 
που όλο πέφτει
στο μπαλκόνι
και δεν τ αντέχω
κλείνω τα φώτα
θα περιμένω
στο τηλέφωνο
ως αργά,,

μην αργείς
θα περιμένω
μην αργείς
και θα σωπαίνω
ενώ στο δρόμο
\θα περνούν'
τα αυτοκίνητα
τα φώτα
θα πέφτουν πάνω
στη μπαλκονόπορτα
οι οδηγοί νυσταγμένοι
μην αργείς
να πέσουμε 
γυμνοί
ν' αγκαλιαστούμε
να ζεστάνω
το χώρο σου
να με κάνεις
να μη μπορώ
μέσα στο κρύο 
να σκάω
τα ρούχα να πετάω
κι έτσι γυμνός
 κι ευτυχισμένος
να τραγουδάω






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις