Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα παράθυρα

Τα παράθυρα
φωτισμένα
σαν μικρές παραστάσεις
παράλληλες
σαν να ζούμε
με την επίγνωση ότι
κάποιοι είναι οι θεατές μας
ξέρω
η ζωή σου έδωσε
μα και σου στέρησε πολλά
πόσο πιο ανόητα
μπορώ να αντιδρώ
λες και δεν ξέρω
θέλω βαθιά μέσα σου
να νιώσω
αυτό που νιώθεις
να δω με τα μάτια σου
ν ακούσω την ψυχή σου
κι όταν δεν τα καταφέρνω
πόσο μεγάλη απογοήτευση
πόνος και αμηχανία
η στιγμή που
νομίζεις πως  έφτασες κάπου
και ξαφνικά
σαν να μένεις γυμνός
κι ευάλωτος
εγωισμοί
μικρές απρέπειες
και απορίες
αν κοιτάξεις κάτω
ένα βαθύ σκοτάδι που
προκλητικά χλευάζει
τότε
με αγωνία
σαν να ξυπνάς απότομα
μέσα στη νύχτα
κρέμομαι ολόκληρος
από το βλέμμα σου
που ποτέ
δεν μου έχεις αρνηθεί
ποτέ
δεν είναι σκοτεινό
ή αδιάφορο
μάτια μου
ας είμαι λίγο άξιος
λίγο απ' το πολύ σας
ας σταλάξει μέσα μου
δεν θα σταματήσω ποτέ
να βυθίζομαι μέσα σας
άλλοτε κολυμπώντας γενναία
κι άλλοτε να πνίγομαι ανήμπορος
μάτια μου
το γλυκύ σας
ή και τον πόνο
τον κόπο και την ανάγκη σας
ας μου δοθεί η χάρη
λίγο περισσότερο
ν' αφομοιώσω
σαν τα βραδινά παράθυρα
που αφήνουν
λίγα να δεις
και άλλα να μαντέψεις
που εκεί μέσα
ζωές αναλώνονται
κι άλλες γεννιούνται
μάτια μου
μη μου τα αρνηθείτε
εγώ
ελάχιστα άξιος
μα ολότελα τυφλός
χωρίς εσάς


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις