Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πού είσαι;

Πού είσαι αγάπη
είσαι γραφείο;
έφυγα είμαι σπίτι
πάω να τεμαχίσω
την καρδιά μου
να την ξεσκίσω την πουτάνα
μήπως και καταλάβει κανείς
τι κρύβει μέσα της
το μόνο που ήθελα
να μ' αγαπούν
δείξε αυτό
δείξε το άλλο
μα όποια κατεύθυνση
κι αν πάρω
το αίμα μου θα κυλήσει
και πάλι στα πόδια σου
θα απλωθεί
πού είσαι
θέλω να ξέρω
ανά πάσα στιγμή
δεν έκρυψα τίποτα
να τα μικρά μου λάφυρα
να και η άχρηστη γνώση
τα πεταμένα μου ρούχα
θα βάλω καθαρό πουκάμισο
για να σου αρέσω και σήμερα
γιατί αν δε σου αρέσω
θα τυλιχτώ τη θλίψη
των μακρινών
παγωμένων άστρων
τα βράδια ακόμα'
κρυώνω
όταν κατέβαινα στην  παραλία
δεν είχα περισσότερες αποσκευές
περπατούσα ξυπόλυτος
κι έβρεχα τα πόδια μου
στο κύμα
τώρα ανεβαίνω στο βουνό
και βλέπω το ίδιο γαλάζιο
μετά από μία βροχερή ημέρα
τότε
ήταν το σπίτι σκοτεινό
τώρα ξυπνώ νωρίς
τρέχω να τα ετοιμάσω όλα
η αγωνία μου το ίδιο
δεν έχει αλλάξει διόλου'
μέσα στα χρόνια
μου λείπουν
τα βράδια της Παρασκευής
όταν έπαιρνα το δρόμο
για το μπαρ
με τα πόδια
κι επιστρέφαμε
λίγο μεθυσμένοι
ή όταν
την άλλη μέρα
κατεβαίναμε στην παραλία
αχ, να σου παραβγώ
αχ, αν ίσως σε φτάσω
που δεν μπορώ
μεγάλωσα λίγο παραπάνω
και γέμισε η καρδιά μου
περισσότερο φως
μη γίνει το φως παράπονο
κι αν θέλω να κοιμηθώ πλάι σου
δεν είναι που κουράστηκα
είναι που ποθώ
σαν άνθρωπος
κι όχι σαν θηρίο μοναχό
τις νύχτες πια
να μοιραζόμαστε
αυτό ίσως
είναι το πιο μεγάλο κρίμα μου
που πόθησα
στο πλάι σου
μια νύχτα ολόκληρη
απλά να κοιμηθώ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις