Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λίγο πριν

Ελπίζω, επιζώ
γλώσσα σπασμένη
γλώσσα στη νηνεμία και την τρικυμία
επιθύμησα
να πέσω λέω
σε βαθιά
να λάμνω επάνω σου
να λύσω τα πανιά σου
ξέρεις εσύ πώς να ανοιγόμαστε
σ' ένα ήρεμο απάνεμο
ή και μη ήρεμο
ήτανε ένα ωραίο καλοκαίρι
θυμάσαι
επάνω στα βότσαλα
το κορμί
ως τώρα το θυμάμαι
κι όλα διάφανα
όλα
σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο
ένα πέρασμα στο χρόνο μας
μ' αρέσει να φεύγουμε
είτε ταξίδια
που δεν πήγαμε
είτε και σ' έναν κοντινό ή μακρινό
περίπατο
αν ήσουν εδώ
δεν θα είχα κούραση
συσσωρευμένη
δεν θα άνοιγα τα μάτια
με δυσκολία
θα ήταν ένας ζεστός χειμώνας
κι ένα διάφανο καλοκαίρι
θα κουραζόμασταν
σαν τους καθημερινούς ανθρώπους
θα ζούσαμε σε τόπους άλλους
τρέφοντας αγάπη μεγάλη για τα παιδιά
θα φροντίζαμε για πράγματα μεγάλα
και μικρά
κι άλλοτε θα πέφταμε
σε συλλογή
όπως αυτοί που ξέρουμε
σήμερα  σηκώθηκα
και κοίταξα όπως πάντα
κατά τη θάλασσα
δεν είδα παρά μια θολή
θίνα από καφετιά σκόνη
αν δεν ανοίγουμε δρόμο στη θάλασσα
πώς να αντέξουμε τις ημερήσιες
διαδρομές
επάνω κάτω
στροφή  λεωφόρος
οι ζωές διαπλατύνονται
ανοίγω γκάζι
όχι πιο αργά
σκοτεινιάζει αργά
εννοώ
κατεβαίνοντας το ποτάμι
όλα ξαφνικά με διαπερνούν
όλα είναι τόσο σπαρακτικά απλά
όλα
φανερά ξαφνικά
με διαπερνούν οι άπειρες δυνατότητες
των τυχαίων συνειρμών
ας πούμε: ο ποδηλάτης και η κόρη του
το μπλε χαμόσπιτο
ο πατέρας και το πιτσιρίκι
με το ποδήλατο
θέ μου,
τι ανείπωτηομορφιά
παρατηρώ γύρω μου
παρατηρώ και μέσα μου
έλα, έχω ανάγκη
να γεμίσω
κάθε πόρο μου
μόνο μ' εσένα
μόνο με το δικόσου
άπειροχρόνοδιαστέλλονταςστιγμέςλιγοπριντηνκορύφωση

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα