Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βλέμμα

Μου αρέσει να βλέπω
τα ηλικιωμένα ζευγάρια
περπατούν αργά
το απόβραδο
με βήματα σταθερά
ενθέτοντας το χρόνο
σε ψηφίδες
στο πλακόστρωτο
κάποτε κρατώντας το χέρι
ή και υποβαστάζοντας
δεν ξέρω ποιος περισσότερο τον άλλο
είναι τόσο φανερό
βαδίζοντας μαζί
απαντέχοντας
και όλα να γίνονται
με τον τρόπο
απλώς κυλάνε τα πράγματα
κι έτσι οι ζωές
γίνονται ζωή
ένας κόσμος για να χωρέσουμε
από πάντα έβλεπες
με αυτόν τον παράξενο τρόπο
σαν να μεγάλωσες και να μη μεγάλωσες μαζί
σαν να ξεκίνησες και να έφτασες ήδη
σαν να ήξερες ένα μυστικό
από πάντα
 ή πάλι κρυβόσουνα
από τις παρέες
όσο και μετά
μέσα σ' αυτές χανόσουν
έβρισκες πάντοτε μετά
μια ψηφίδα ακόμα
μια ακόμα πλευρά
ένα ατέλειωτο παλίμψηστο
που όλο μεταμορφώνεις
σε κάτι που σου μοιάζει
και μου μοιάζει
όλο και περισσότερο
δυο κοχύλια που
παρασυρμένα απ' το κύμα
συναντήθηκαν στην ίδια ακτή
θα μ' αρέσει να είμαι
ο old man σου
αν θα μπορείς να αντέχεις
τις αντιστάσεις μου
στην αδυσώπητη ροπή
του χρόνου
βλέπεις, τελικά
ήμουν πάντοτε εδώ
σε αναμονή
κι ούτε που το ήξερα
θα μ' αρέσει
να με στηρίζεις ή και
να μου θυμίζεις τα βασικά
γιατί η αλήθεια είναι
ότι ο χρόνος
σε απογυμνώνει
σε κάνει αστείο- σοβαρό
ένα πλαδαρό γκρινιάρικο μωρό
κι επανέρχεσαι στα βασικά:
το νερό, το χώμα
το δέρμα
κι όσα δεν λες πια
παρά μόνο σ' ένα βλέμμα
όλο το σ' αγαπώ
σ' εκείνο το βλέμμα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα