Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ήταν καιρός

Ήταν καιρός
σε έναν ανοικτό ορίζοντα
ν' απλώσουμε νωχελικά χαμόγελα
ήταν καιρός
ν' ανοίξουμε ένα σπίτι διάπλατα στο πέλαγο
με τα σεντόνια στα τρυφερά ηλιοστάσια
των απογευμάτων
τα γυμνωμένα μέλη
να λειαίνουμε στο χαλκό των χειλιών
τα πορφυρά ονόματα
να προφέρουμε στο θαλασσί του διαυγούς
μακρινά παιδιά να καλέσουμε
στις αυλές μας 
χαρούμενα τις γραμμές του στόματος
να χαράζουμε στο πάθος των αιώνων
ήταν καιρός
τα λειψά σκοτάδια
να γεμίσουν με τη γεύση
του ανείπωτου
τα τρυφερά λόγια
να φτερουγίσουν μέσ' από τα μέλη μας
ήταν καιρός
να φιλώ τα μάτια
βυθιζόμενος στο πιο φωτεινό εγκόλπιο
να μην μπορώ παρά την αγάπη
να διακρίνω
απ' την απόσταση του θέλω
το εύγεστο να μην υποθέτω πια
ολόσωμα να δινόμαστε
με τρυφερά γυρίσματα
και με τα νύχια στα σεντόνια
μισός ήταν ο ύπνος τις νύχτες
θανατερός και σκιώδης
ήταν καιρός να ξυπνάμε
αγαπώντας με μια μικρή θλίψη
σαν την πρωινή δροσιά στα φύλλα
που επικρέμαται στο αιώνιο τίποτα
ήταν καιρός
να μην χρειάζεται να μεριμνώ
για τα ρήματα που απλώνονται
σαν τρίμματα στο πάτωμα
να μην ξέρω να προφέρω παρά
το ναι, το τώρα
και τον ξέπνοο αντίλαλο
του πόθου σου




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα