Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δεν ησυχάζω

Εγώ δεν ησυχάζω
πείτε ό,τι θέλετε
αν ήμουν απλώς
ένας ανεπαίσθητος θόρυβος
σαν το συρμό που πλησιάζει
ή σαν τον υπόκωφο βόμβο
της αγρύπνιας
μια στοίβα αποχαιρετιστήρια φιλιά
καταχωρώντας κάθε αναχώρηση
οι μέρες ξανοίγουνε
αγκάλιασέ με
τώρα ο ουρανός χαμογελά
τα σύννεφα μωρά κολυμπάνε
δεν βλέπω πολλούς χαμογελαστούς ένοικους
ήθη μικροαστικά
σου λέω πως δεν ανήκεις εδώ
έχεις τη βεβαιότητα\
του καθαρού ορίζοντα
δεν είναι τυχαίο
τόσες βραδινές πτήσεις
το πρωινό η σκόνη
δεν με άφησε να περιπλανήσω
τα βήματά μου
ως εκεί που φτάνει η σκέψη
μια μόνο σύναψη νευρώνων
κι είμαι ήδη
πόσο γρήγορα ο πόθος ταξιδεύει
με διαιρέσεις στον άσφαιρο χρόνο
θ' αναδομήσω ξανά
ένα δυάρι επιφωνήματα
μ' όλα τα θαυμαστικά μου
θα γεμίσω τη σελίδα σου
έπειτα θα σταθώ
στο περιθώριο του φωτός σου
έτσι για να έχω την καλύτερη οπτική
καθώς ανεβαίνεις τη σκάλα
καρφωμένος σαν κάτοπτρο
στη γαλακτώδη σου υφή
μέλη μου μεθυσμένα από ήλιο
σπαρταρώντας στα χέρια μου
θα σε γεμίσω φως
στο εξής θα γεννιέμαι από σένα
εκσπερματίζοντας έκπληκτα φωνήεντα
στον ενεστώτα σου κόλπο

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις