Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σάββατο

Γιατί σήμερα
είναι άλλη μια μέρα
κακή μέρα, καλή μέρα
έβαλα μπροστά 
το μικρό αυτοκίνητο
δεν καταλαβαίνω γιατί
είναι τόσο καλά 
μόνο και μόνο επειδή 
κάθομαι εκεί που κάθεσαι
κοιτάζω απ΄τον καθρέφτη σου
με τα δικά σου μάτια
αγγίζω ό,τι αγγίζεις
κι έτσι
σε μια ροή 
τα χιλιόμετρα
σήμερα ήμουν εγώ 
που έγραψα 60.000
μα τι ανοησίες είναι αυτές
εμείς πού είμαστε
δεν είναι κάτι αυτό 
δεν είναι τίποτα θα πεις
δέκα, είκοσι, τριάντα πόσα
χιλιόμετρα και μετά
τα κλειδιά παραδίδονται
εις τον δικαιούχον 
τέλος η βόλτα
το κάνεις και ακούγεται τόσο χαζό
μα σοβαρά σου λέω
είναι εσύ
τα πράγματά σου
ο τρόπος που τοποθετείς το κάθε μικρό
η γνώριμη ακαταστασία
κι αυτό είναι κάτι μεγάλο
έχω από σένα πράγματα
 και ξέρω
μην τολμήσω και αλλάξω κάτι
όχι γιατί δεν πρέπει αλλά
γιατί δεν είναι ό,τι κάνεις
μωρό μου υπόσχομαι 
δεν θα παραβιάσω καμία θύρα ανοικτή
μόνο να μπορώ λίγο
να μοιράζομαι
λίγο λίγο να μπαίνω μέσα
διεκδικώντας ανεπαίσθητα
όλο και περισσότερα
είναι βάσανο μεγάλο
γίνομαι πονοκέφαλος
μπορώ και το ξέρω
πολύ καλά πώς να φορτώνω
ζητώντας ζητώντας
εσύ τι δίνεις
εσύ που είσαι
νομίζεις με πέντε κολλυβογράμματα
τη γλιτώνεις έτσι φτηνά;
έχεις πολύ δρόμο
πολλά χιλιόμετρα
καμία αντίρρηση
και δεν θα ρωτάς πού και πώς
μόνο θα πηγαίνεις'
όχι σταθερά και σε γνωστά 
θα σταματάς θα ξεκινάς
θα σου λέω πότε
δεν θ ακολουθείς
θα φτιάχνεις ένα νέο δικό σου πέρασμα
αν τα καταφέρνεις
θα ταξιδεύουμε
τι νόμιζες έτσι;
θέλει πολλά χιλιόμετρα
να πεις αλλά χωρίς να λες
να εννοείς και να γνωρίζω
να κοιτάζεις μόνο
και να καταλαβαίνω τα πάντα
ένα νεύμα και
να είσαι μέσα σ' όλα
πριν από μένα
πριν καν έρθω 
να είσαι ήδη
πριν να είμαι
γι' αυτό σου λέω
μη νομίζεις πως
με μια βόλτα 
χαλαρά Σαββάτο
πως με κέρδισες γι απόψε


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις