Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μικρά

Δεν μπορώ να είμαι παρά
ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο
ίδια απαράλλαχτο σαν
το ψιλόβροχο
που ενοχλητικά εισχωρεί
παντού 
σαν την υγρασία που ποτίζει
ακάθεκτα
κάθε μικρή ή μεγάλη
επιφάνεια
ένα διαρκές ελαφρύ
μαστίγωμα
στα μάτια
ο πόνος στις κλειδώσεις
το σώμα που δύσκολα
ανταποκρίνεται
χρόνο με το χρόνο
τα παιδιά έτρεχαν έξω
στη βροχή
όλοι ακολουθούσαμε
έναν δικό μας κρυφό ρυθμό
ο καθένας ξέχωρα
τα χιλιόμετρα είναι το πεδίο που
ξεδιπλώνονται σκέψεις
είτε το θέλεις είτε όχι
έρχεται μετά
σαν γλιστερό τεραίν
η αμφιβολία
θα τη βγάλεις την ανηφόρα
η θέληση φουσκώνει τα πνευμόνια
κι ανεβαίνεις ανεβαίνεις
περισσότερο
όλο και πιο γρήγορα
για να φτάσεις σε ένα
ομαλό πεδίο
κάνοντας πράγματα
καθημερινά και τετριμμένα
που ίσως να μην είναι και
τόσο τετριμμένα τελικά
χαζά, ξέρεις
σαν τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ
όταν ήσουν μικρός
- σαν να ήταν η προηγούμενη στροφή - 
ήταν η  ιεροτελεστία 
της Πέμπτης
σχεδόν ευλαβικά τηρούμενη
πάντοτε το ίδιο δρομολόγιο
σχεδόν οι ίδιες κινήσεις
είναι η διάρκεια μια
αλληλουχία σίγουρων βημάτων
η αγάπη βρίσκεται κάτω
από τα ψώνια που βάζεις στο καλάθι
στο χάζεμα των βιτρίνων
στο άσκοπο περιδιάβασμα
σχολιάζοντας τους άγνωστους 
περαστικούς
στην επιλογή της
οδοντόκρεμας
στο ξόδεμα του περιττού
στα χαζογελάκια
και στα μικρά αγγίγματα
πηγαίνοντας μια μικρή
επαναλαμβανόμενη βόλτα
δεν είναι αναγκαία  τα
μακρινά ταξίδια
πίστεψέ με
όλα θα τα βρούμε εδώ
μετά θα τα
τακτοποιήσουμε στα ράφια
θ' απλώσουμε τα σεντόνια μας
στον ήλιο
και θα
αντικρίζουμε το φως
ο ένας στα μάτια του άλλου
αγκαλιασμένοι
όσο πιο σφιχτά γίνεται

Υπέροχα, αιώνια σκοτεινός, πρωτοπόρος ακόμα και τώρα....


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις