Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σταγόνες

Ο χρόνος είναι μοναξιά
μια στάσιμη λίμνη πάνω από
παγωμένα βότσαλα
ένα κρεβάτι που
ξαναστρώνεται για να
υποδεχτεί
τον έρωτα ή
το θάνατο
κάτω από τον πεύκο
οι σταγόνες της βροχής
ένα ρυάκι από ψυχές
παρασυρμένες στις
νεροσυρμές
βραδιάζει πριν
γίνει βράδυ
πισωπατώντας λέω
- προσπαθώ να θυμηθώ-
τα λόγια
ως αφορμή για
πέντε λεπτά στοχασχό επάνω στα
είκοσι τελευταία χρόνια
ένα ρυάκι που
παρασέρνει όλα αυτά
δεν μπορώ να
στέκομαι απέναντι
τα προηγούμενα μαραμένα άνθη
το νερό που έχει μαυρίσει
ο χρόνος
μαυρίζει το νερό
κι αποκαθαίρει τη μνήμη
κάτω από τις χοντρές
σταγόνες
μέσα μου κυλάνε
μουσκεύοντας λεπτά
και χρόνια πολλά
θέλω να πω στα παιδιά μου
θέλω να σου πω ότι
να, τα καταφέρνουμε
τα καταφέρνω
μάνα
μη με περιμένεις
θα πρέπει να
στρώσω το τραπέζι μόνος μου
να μαζέψω και να πλύνω
να προχωρήσω προς τα μέσα
για να μπορώ να
κοιτάζω έξω
να σε βλέπω στα μάτια και
να με ανασκάπτεις
γλυκαίνοντας τα λεπτά
κάνοντας ισχνά τα διαστήματα
παίρνοντάς με σαν ανάσα
μαθαίνοντάς μου
το ένα
το τώρα
δίνοντας μου
ό,τι πιο δικό μου
που ξέρεις
από πάντα













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις