Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα χρυσά σανδάλια

Αν είναι να βρεις
παρηγοριά στον ύπνο
ας μην είναι 
δίχως όνειρα
αυτή τη φορά
να με καλέσεις
θα είμαι εκεί
και τώρα
και μετά από χρόνια
θα κρατώ φυλαγμένα καλά
τα χρυσά σανδάλια 
μόνο για να ζήσω
μια στιγμή
να σε δω
να περπατάς
σ ένα χώρο
που δεν θα είναι έρημος
ούτε τα τρίμματα
μιας ανασκαφής
εδώ σε αυτό το χώμα
να σε δω ξανά 
να κατηφορίζεις
κρατώντας τα στο χέρι
αν κάποια πράγματα'
σημαίνουν πολλά
ίσως και παράλογα
και ακατανόητα
για όλο τον υπόλοιπο κόσμο
για μένα είναι
τα πιο ιερά
ίσως γιατί ξεκινά κανείς


από εκεί
πατώντας γερά 
και σίγουρα
γι' αυτό μπορώ να πω
ότι τα λατρεύω
δεν μπορώ να εξηγήσω πώς
η εικόνα μου
για σένα
ξεκινά πάντα
εναργέστατα
από χαμηλά
με πλήρη συνείδηση
κι απόλυτη καθαρότητα
ίσως γι' αυτό
τόσο πολύ 
να  έχω ανάγκη
να βαδίσω όπου κι εσύ'
όπως κι εσύ
να σου μοιάσω
αν είναι δυνατόν
για τούτο και
σε κρατώ σφιχτά 
μέσα σ' ένα κομμάτι
βαμβακερό ύφασμα
αν είναι η επιθυμία ανάγκη
κάτι πολύ απτό 
και ορατό
τότε ναι
επιθυμώ
όσο τίποτα
εγώ που είμαι 
για τον κόσμο
μια σοβαρή συνέπεια
ύπαρξης
ένας σοβαρός χαμαιλέων
μόνο να ξέρατε
πού με ωθεί
η ορμή μου
σε τί χθαμαλές ηδονές
σε τι εξαίσια χαμηλά ένστικτα
κοιμήσου τώρα
αύριο 
και κάθε αύριο
θα με βρεις
ευλαβικά να σκύβω
και να σου φιλώ
κάθε μικρό οστό
και να σου φορώ'
με ζέση κι άφατη χαρά
τ' ακριβά χρυσά σανδάλια

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις