Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δικά μου

Δεν ξέρω τι διάολο
χάνω τον ειρμό
ο πανικός προ των πυλών
δεν αναγνωρίζω
θα ήθελα να γιορτάζω
με τρομάζει
που πρέπει
να κοιτώ μέσα στον πυθμένα
κάθε βράδυ
αγγίζω τις ίδιες μου
τις παραισθήσεις
φοβάμαι τη μαύρη τρύπα
του εαυτού
δεν ξέρω πώς
να συμφιλιωθώ
το θηρίο μέσα
μου φαίνεται σαν
να στέκεσαι  κάπου
παραπέρα
και παραπάνω
με βάζεις να κοιτάω προς τα έξω
και γω γκρεμίζομαι προς τα μέσα
που ακούστηκε
μισόν αιώνα
να ζητώ τρυφερές θωπείες
με ωραία λόγια
κι αναλγητικές αγκαλιές
 - μα δεν ζητάω κάτι άλλο
 - όχι ζητάς
απαιτείς, με περιφρονείς
κλείνεις τα αυτιά και τα μάτια
δεν βλέπεις
ξεχνάς συνέχεια
πόσα πρέπει να υπερβώ
 - αλήθεια δεν ξεχνώ
κάποιες φορές είναι πιο δύσκολα
άλλοτε όλα εντάξει
 - δεν είπα εγώ εν τάξει
ξέρω πολύ καλά
δεν είμαι σίδερο
με υπερβαίνουν κι εμένα
συνθλίβομαι, γελώ, μελαγχολώ
κλαίω γελώντας
παραπατώ τρέχοντας
 - να, αυτό πάλι επανέρχομαι
αυτό το σίγουρο πάτημά σου
ας είχα μόνο
 - εγώ σου δίνω την ψυχή μου
 και τρέχω να προφτάσω
το χρόνο μου
το χρόνο σου
εχθές έβγαλα
τα παπούτσια
και περπάτησα προς το σπίτι
βρήκα τα δικά σου πατήματα
και τα έκανα δικά μου...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις