Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

48

Σαν κανονικοί
τώρα θα δεις
θα φυσήξει ένας αέρας
από τα δυτικά
και θα φέρει
εδώ μέσα στο πιάτο
όλη τη θλίψη
της μεθεόρτιας κόπωσης
τα μάτια σου
δεν θα 'ναι πια
υγρά 
κάποιες σκέψεις
θα περνάνε 
σαν σύννεφα βιαστικά 
το παιχνίδι
θα είναι βαρύ
θα γελάμε, ναι,
και θα 'μαστε
στο τελείωμα της έκφρασης
κομμάτι σκεφτικοί
τα παιδιά μου
μαθαίνουν ν' αναδεύουν 
το πιο βαθύ χρώμα του δειλινού
κάνοντας κούνια
στην ακροθαλασσιά
κι ούτε που μπορέσαμε
λίγο να βαδίσουμε
κοιτώντας πέρα στα νησιά
το κύμα ερχότανε ορμητικά
κι όμως δεν έσκαγε
την τελευταία στιγμή
μόνο έσβηνε με κρότο υπόκωφο
τα δάκρυα ήρθαν αργά
και ξέπλυναν
τα χτεσινά ποτήρια
με το κόκκινο κρασί
δεν είχαμε γιορτή
δεν πλαγιάσαμε κουρασμένοι
με το χνώτο μας βαρύ
απ' τ αλκοόλ 
και την καύλα να οσμίζομαι
μέσα απ' τ ανοιχτό σου ρούχο
μαζέψαμε τα πολύχρωμα δώρα
τα πιο ανέμελα χαμόγελα
και τα πιο περιττά
περιτυλίγματα
κι όλα ανακατεύτηκαν
στην παχιά άμμο της μνήμης
είχες δίκιο
δεν ένιωθα πια πάνω μου
παρά  ένα άκαιρο κρύο
εγώ που βγαίνω
φορώντας μόνο ανοιξιάτικα επίθετα

Σαν να ήταν όλα
κανονικά, συνηθισμένα:
το μεσημεριανό τραπέζι
ο ήλιος αντίκρυ στη τζαμαρία
οι γλάροι ζαλισμένοι στην προκυμαία
τα σπίτια με τα στολίδια ακόμα...

Μόνο που
ανεβαίνοντας την Κηφισίας
πώς μεγάλωσε δες η μέρα
πώς μεγάλωσα κι εγώ
και δεν βρέθηκε
παιδί μου 
ένας άνθρωπος 
να μου το πει
να παίρνω το κουράγιο μου
που ερωτεύομαι και ζω
και ξαναζώ
κάθε φορά
κάθε χρονιά
εγώ στο εσύ
κι εσύ εγώ
σαράντα οκτώ



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα