Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δική μου

Να καθίσουμε στο τραπέζι
ή όπως όταν δεν είχαμε
στο πάτωμα
όχι πολλά
μόνο να φτιάξω κάτι
επειδή είσαι εσύ
δεν είναι ευφάνταστη κουζίνα
η πρώτη ύλη
αγάπη
ναι
κι ας κοροϊδεύουν
δεν με πειράζει
όταν δίνεις
έχεις
τα λίγα πράγματα
ας αφήσουμε χώρο
περισσότερο για εμάς
η μοναξιά αντηχεί
από τοίχο σε τοίχο
σκεπάζει με το κρύο
σαν την υγρασία
στα τζάμια
τα καλύπτει όλα
έλα για το θεό
πώς μπορεί και ζει κανείς 
στο κρύο
ατενίζοντας το αδειανό
θα δεις
κρέμασα και τα κουρτινάκια
κι ό,τι άλλο 
αρκεί να είναι δικό σου
είμαι χαρούμενος
να φτιάχνω τα πράγματα
που θα μπορούσαν 
να  μας κρατήσουν εδώ 
πρώτα θέλω να βγούμε έξω
θέλω μέσα από την 
ελαφρά ζάλη
να σπουδάσω πάλι
τα μάτια σου
στο χρώμα του μελιού
αν ήξερα καλύτερα
από γεύσεις...
αλλά δεν χρειάζεται
δεν θέλω να πεις 
άλλα από αυτά 
που βλέπω
στην έκφρασή σου
στο βάθος τους
σαν φιλόξενος κόλπος
με αφήνουνε 
και προσορμίζω
και  μπορώ
μπορώ
να τα κοιτάζω
να βυθίζομαι 
θεληματικά
και να χάνομαι 
με ηδονή ανείπωτη
στις ρυτίδες του γέλιου
όταν παίρνουν και γλυκαίνουν
ακόμα πιο πολύ
κάποτε ξέρεις πως
κρυβόσουν
δανειζόσουν την 
εξεζητημένη έκφραση
επώνυμων οίκων 
υπαινικτικά
εξετάζοντας τα πρόσωπα
το χώρο
τις ωραίες πόζες
στυλιζαρισμένa
τώρα σου φαίνεται τόσο ξένη
εικόνα του χθες
κοίταξέ με λοιπόν
όσο πιο βαθιά μπορείς
δεν θα στρέψω αλλού
θα μείνω εκεί
για τώρα και για πάντα
ποτέ να μην
πάψουν να διαχέουν πάνω μου
και μέσα μου
το γλυκύ των μελίσταγμα
αν ποτέ σκληρά
και άνυδρα
στραφούν επάνω μου
όχι 
δενθέλωούτεωςσκέψη
και στο σκοτάδι της κλίνης
άσε με μόνο
να τα φιλώ 
να τα φιλώ
και δική μου έλα γίνε
όπως ποτέ μέχρι τώρα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις