Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σκύλος

δεν ξέρω τι
με κρατάει
τα πόδια μου
καρφώνονται
χάνω όλο το αίμα
και το μυαλό σκορπίζεται
μια πολύπλοκη εξίσωση
τι δίνεις τι παίρνεις
μια παράλογη παρόρμηση
να διψάς και να φτύνεις
μέσα στο ποτήρι
χάνω τα πάντα
μ' ένα καδρόνι
γκρεμίζω το σπίτι
σπάω τα ποτήρια
διαλύω τα έπιπλα
κι έπειτα λέει
μένω μόνος
σ' έναν κενό και κρύο
χώρο
έχει αρχίσει και νυχτώνει
τα φώτα σβηστά
όλα σβήνουνε
καιδενέχω το κουράγιο
ούτε ένα δάκρυ
ως κιαυτό ακόμα
το καθαρτήριο
δενέρχεται
συνειδητοποιώ πως
δεν πρόκειται να έρθει
κανείς
θα μείνω στο έρημο δωμάτιο γιαπάντα
η γάτα μόνο
θα γλύφει παίζει με τα σπασμένα
ύστερα κι αυτή
μ'  ένα σάλτο θα χαθεί\
με όση δύναμη μου μένει
καιτον αέρα που μπορώ
να μαζέψω στο σκισμένο στήθος μου
σου φωνάζω
κιη φωνή μου βγαίνει παράταιρη
στριγκιά και παράφωνη
σε μια ύστατη προσπάθεια
αρπάζω τις μπαλαρίνες σου
με όλες μου τις αισθήσεις
συγκεντρωμένες
σε ένα αντικείμενο
σαν το σκύλο
που οσμίζεται
κι αμέσως ξέρει
πού θα βρει
ένα χέρι αγαπημένο
ένα χάδι
και τη ζεστή γωνιά του
να πάει νακρυφτεί
καιναγλύφει
τις πληγές του

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις