Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σμίξη

Αναδεύω
τα καθημερινά
το σπίτι
που κρυώνει
ένας άνθρωπος
προσπαθεί
ανεβαίνω κάθε βράδυ
στο λόφο
τα ρήματα
με οδήγησαν
επί ασπαλάθων
εκεί επάνω
μέτρησα βήματα
είδα για λίγο κάτω
μετά όμως
πέταξα πιο πέρα
κατά τη θάλασσα
από ψηλά είδα
τον μικρό μας όρμο
να αφήναμε
όλα τα ρούχα μας
να μπαίναμε
στο μικρό κοίλωμα
εκεί να έσμιγα
το σώμα σου
με την άμμο 
κάτω από έναν
ολόλαμπρο ήλιο
να καις
να καίγεσαι
δεν θα μπορούσα
πιο πολύ 
πιο απόλυτα δική μου
είδα τη ζωή μου
εκείνο το βράδυ
ξαφνικά να χωρίζεται
δεν γίνεται παρά 
να σε ζω
σε ενεστώτα
ό,τι καταγράφω
είναι αυτό το συνεχές σου
αυτότοπάθοςπουμεοδηγεί
καταμεσής στο δρόμο
θα βγω
ποιος ξέρει μέχρι πού
μπορεί να φτάσει
κάθομαι τα βράδια
το φως χαμηλά
βλέπω τον δρόμο
που κατηφορίζει
στις σκάλες
σ' αφήνω να
περάσεις μπροστά
ομολογώ
για να σε βλέπω
ν' ανεβαίνεις
έλα λοιπόν
τόσο πολύ 
εξαρτώνται όλα
από τη στιγμή
εκείνη που
όλα δικά σου
όλα ένα
δικό σου
απόλυτα
μ' ένθεη μανία
ιέρεια σε έκσταση
με τα μάτια κλειστά
πόσο το θέλω
που θέλεις
το θέλω σου
το αγαπώ
καιστοεπιστρέφω
μεταλαβαίνοντας
τα άχραντάμου
αίμακαιψυχή
όλα εδώ δα
μπροστά σου
με μια ανάσα



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις