Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σχολικά Ημερολόγια

Τα σχολικά ημερολόγια
κάποτε ήμασταν
παιδιά αθώα
παιδιά σκληρά
άτεγκτα μέσα
στην άγνοιά τους
τα παιδιά πληγώνουν
και το θέλουν
πίσω από τις κλειστές πόρτες
όλα γίνονται απειλητικά
το σκοτάδι
μια υγρή μαύρη μάζα
που
σχεδόν την εισπνέεις
μπαίνει ύπουλα
ο φόβος
και σε παραλύει\
μη φοβάσαι είμαι εδώ
λέμε
να είσαι δυνατή
δεν χρειάζεσαι κάποιον
να σου κρατά το χέρι
να ήσαν τα πράγματα
έτσι όμορφα
σαράντα χρόνια πίσω
προβολή στο μέλλον
τα παιδιά στην τάξη
ένα, δύο, εικοσιπέντε
διαφορετικές δυνατότητες
εικοσιπέντε θαρρρετά χαμόγελα
είναι σχεδόν τρομαχτικό
πόσο γρήγορα
σαν να γλιστράμε ξαφνικά
στο χρόνο
κράτα το
θα με θυμηθείς
όταν βλέποντας κάποια μακρινή
αλλά καιτραγικά κοντινή μέρα
αυτά τα παιδικά (ίσως και όχι τόσο πια)
καθαρά μάτια
 - μα δεν έκανα τίποτα
δεν πρόλαβα να κάνω κάτι κακό
δεν ήξερα -
 θα αναγνωρίζεις και μένα
μέσα σ' αυτά
μη με αδικήσεις
πόσο θα ήθελα να ήμουν
κι εγώ εκεί
χίλια εννιακόσια ογδόντα
είσαι στη μικρήαυλή
του σχολείου
ο καλύτερος μαθητής
εκφωνεί με ανόητο στόμφο
ένα αποχαιρετιστήριο αντίο
ακόμα αντηχεί
όταν περνάω απ' έξω
εικοσιπέντε χαμόγελα
ελπίδες
εικοσιπέντε ζωές
ποιος διάολε
ποιος παίρνει την ευθύνη
ποιος οδηγεί
σας κοιτάζω βαθιά
στα μάτια
κανείς δεν κρίνει
τόσο αγάπη
σχεδόν σε κάνει
να νιώθεις αυτή την πίεση
αυτό που μέσα
παγιδευμένο χρόνια
βρήκε διέξοδο
και δεν μπορεί να βγει!
ναι, τους είπα
ότι εγώ
- μην κάνετε το ίδιο -
ντρεπόμουν
να μιλήσω
πώς να αλλάξεις τρόπους
μιας ζωής
μην κάνουμε το ίδιο
κοίτα το σχολικό ημερολόγιο
θυμήσου
ο κύκλος είναι εδώ
άφησέ με να μπω
μέσα
τώρα πια ο χρόνος
δενείναι μακρινός
μπαίνω μέσα
στις φωτογραφίες
κι ό,τι δεν έχω ζήσει
μαζί σου
σαν μια φορά
το ζω


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις