Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Περιπέτεια

Ο ουρανός
βαρύ μολύβι
με συνθλίβει
είπα θα βγω
να περπατήσω έξω
εκεί που περάσαμε
τα σπίτια
με τη θέα
ξέρω πως έχουμε
τη συνήθεια
να κρυφοκοιτάζουμε
τη ζωή
έξω από το παράθυρο
έβλεπα πάλι
από ψηλά
ένας πατέρας
στο πάτωμα
έπαιζε ίσως
με το παιδί
το ζευγάρι των χοντρών
στην ταράτσα
το μπάρμπεκιου
της άλλης Κυριακής
τα μισώ
αυτά τα τραπέζια
ξέρεις
από τώρα και μετά
που θα σκοτεινιάζει νωρίς
θα θέλω
να ανεβαίνω
όλο και πιο ψηλά
μερικές φορές
απλά δεν φτάνει ο αέρας
τα αυθαίρετα
αντικρίζουν έναν ουρανό
με το έτσι θέλω
δικό τους
και το δικό μου θέλω, έ;
ποιος με ρώτησε
αν μπορώ να ζήσω
χαμηλά;
θ' ανεβαίνω όλο
και πιο ψηλά
στον ίλιγγο
κι αν τώρα
 ξεσπούσε μια βροχή
τίποτα δεν θα
με απέτρεπε
από το να σε φτάσω
το σώμα να κουραστεί
να μουδιάσει η σκέψη
είπα θα πέσω νωρίς
μα δεν γίνεται
έξω από σένα
ευτυχώς
και χίλιες φορές
δεν γίνεται
προχωρώ
ανεβαίνω
κάνω κύκλους
και ξανά τα σκαλιά
το σπίτι με τη μεγάλη βιβλιοθήκη
και το Land Rover απ' έξω
κάποιοι είναι adventurous
κάποιοι άλλοι
ονειρεύονται
τα καλύτερα ταξίδια
σου έχω κλείσει θέση
από καιρό
είμαι ένας βαρετός
ταξιδιώτης
μου αρέσει
να σωπαίνω
στο δρόμο
η διαδρομή
το αστικό τοπίο
εσύ με τη φόρμα
και αθλητικά
όλη μου η ζωή
περιστρέφεται άνετα
γύρω
απ' τα Τουρκοβούνια
να η καθημερινή μου
περιπέτειά
λοιπόν




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα