Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το χιόνι


Κοιμηθήκαμε
ένα βράδυ
κι ήταν κρύο και χιονιάς
αυτός ο χειμώνας
έμπαινε πίσω
φευγάτα τα πουλιά
στο πάρκο
τα παιδιά τραγουδήσανε
κι ο νέος χρόνος
δεν κατάλαβα
πώς και γιατί
όλα έρχονται
έτσι να νομίζουμε εμείς
οι θνητοί
ξαφνικά ανακαλύπτεις πως
τα πάντα είναι 
αιωρούμενα
ανεβαίνεις ας πούμε
τις σκάλες
κι αυτό το έχω δει
άπειρες φορές 
το έχω ονειρευτεί
άλλες τόσες
που δεν ξεχωρίζω πια
αν είμαι εγώ
ή τ' όνειρο 
που εισχωρεί σε μένα
το δωμάτιο
ένα παγωμένο κλειστό πεδίο
πέφτω κάτω από τα σκεπάσματα
και σβήνω τα μάτια μου
φοβάμαι αλλά
δεν θέλω να βλέπω 
κρύβομαι 
κι η καρδιά σφυροκοπάει
αφουγκράζομαι έπειτα
με κομμένη αναπνοή
αν δω λέει 
καλά καλά
εκεί που αφήνεις 
τα παπούτσια σου
κι ανοίξω μετά
απότομα τα μάτια μου
να σου
θα σε κρατώ στο χέρι μου
σφιχτά
γιατί φοβάμαι
τα πρόσωπα γυρνούν
κατά πάνω μας
και θέλουν να μας
καταμαρτυρήσουν 
ένα σωρό ερωτήσεις
δεν θέλω να απαντώ
δεν θέλω να επαναλαμβάνω
ποιος είμαι 
ή ποιος θέλω
ή ποιος μπορώ
ένα σημείο
ένα στίγμα 
μέσα στον χρόνο
α! η μυρωδιά
να πιαστώ από κει
να πασχίσω να
καταγράψω κάθε έννοια
κάθε ενδιάμεση απόκριση όπως
όταν μπαίνω 
μετά την απουσία 
για πρώτη φορά στο σπίτι
πάντοτε
με πιάνει αυτή 
η παραίσθηση
ω, δώσε μου
κι άλλες πολλές ευκαιρίες
να καταγράψω
να καταγράψω
φοβάμαι πως
αν δεν το κάνω ανεξίτηλο
θα τ' αφανίσει όλα
το κρύο
και το φοβάμαι όσο
και το σκοτάδι
μπορεί και περισσότερο
γι' αυτό τρέχω έξω
γυμνός και λευκόχρους
εμπαίζω το κρύο
και το χρόνο
γιατί ο χρόνος
μετριέται με το κρύο
και τα σώματά μας
κάνουνε αυτή τη δέηση
για να νικήσουν 
χρόνο, ξένο, 
να μακρύνουμε
από αυτό το
σύμπλεγμα 
οι ιστοί που ενώνονται
κάτω από το παράθυρο
κατάργησέ με
έτσι μόνο μπορώ
να βρω μεμιάς
τη λύτρωση
απάλλαξέ με
από τον  πόνο
του πόθου που 
κατοικεί μέσα μου
φυλακισμένος
κι άλλοτε ξεχύνεται έξω
σαν το θηρίο
κι άλλοτε
σαν τρομαγμένο ζώο
λουφάζει στο σκοτάδι
δώσε μου κι άλλα
βλέμματα
δώσε μου κι άλλο
χείλια, αγκώνες, πόδια
να πιούμε
από το ζεστό  κρασί
έλα κοντά μου πάλι
κι ας αφήσουμε πίσω πια
το πετρωμένο χιόνι

Τρία παιδιά, Νεοϋρκόπουλα, που, χωρίς να είναι εξαιρετικοί μουσικοί, κάνουν και μάλλον εν αγνοία τους, εξαιρετική μουσική: ο χρόνος...








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα