Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γη


Σε βρήκα
στο σκοτάδι μου
άνοιξες ένα παράθυρο
στο κρύο ανθίζανε
τα χρώματα
κι οι μέρες έλαμπαν
στα μάτια σου
έρεαν λες
οι ώρες
κι όλα τα λεπτά μαζί
συνέθεταν
μια λεπτή
αλυσιδίτσα στο λαιμό σου
δεν υπήρχε ανάγκη καμία
τόσο δα να κάναμε
τα είχαμε όλα
να επιστρέψω απ' τη δουλειά
να γυρίσω το κλειδί
κι όλα στη θέση τους
φυλαγμένα λες
απ τον καιρό
που κρυφόκαιε
αυτή η άνοιξη
τα βήματα που
χωρίς σκέψη
χωρίς κούραση
μας φέρνουν εδώ
με τη σιγουριά του
να ξέρεις
ένα αγαπημένο πρόσωπο πως
σε περιμένει
δεν ήταν το πολύ
ούτε και το λίγο
κι ούτε μετριέται
μία λαχτάρα στην καρδιά
και μια ανησυχία
όλα να γίνουνε καλά
και όλα να ναι ταιριαστά
ανόητα ανησύχαες 
καμιά φορά
μα είναι πάντοτε σαν πρώτα
πώς να το πω
μέσα μου καίει αυτή η αλήθεια
καμιά φορά με παρασύρει
σαν το ποτάμι ορμητικά
που λαχταράς κι όμως εκείνο
σε παρασέρνει μες τη δίνη
όμως στο τέλος
πάντα εκβάλλει
σε έναν κόλπο με κοράλια
άμμο και έρωτα αρμυρό
που λαχταρούν τα δυο τα χείλια
τώρα θα ζω στο ακρογιάλι
την αμμουδιά αποθυμώντας
που μέσα σου όρμησα σαν κύμα
κι έπειτα εσύ γαληνεμένη
μου δωσες πάλι να ορίζω
τι είμαι μόνο εσύ το ξέρεις
και σ' αγαπώ σαν το ζεστό
καλοκαιριού αποσπερνό
μικρό νησί μου
γη μου όλη
ταξίδι μου
σ ακολουθώ
μέσα μου
μ' έναν στεναγμό

























Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία