Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σαν το παιδί

Τα  μάτια
ένα φωτεινό πέρασμα
χωρίς να το καταλάβω
έχω την τάση
να γλιστρήσω
και να χαθώ μέσα τους
δεν μπορούσα ποτέ
να καταλάβω
πώς μιλούν οι άνθρωποι
έτσι χωρίς μιλιά
ή κι άλλα να λένε
άλλα υπονοώντας
ήταν στο  νου μου
μια υπερβολή
ένα ευφάνταστο δημιούργημα
μια ερμηνεία
προβολών 
και σωμάτων που 
απερίφραστα επιθυμούν
πόσο πολύ έσφαλα
πόσο δεν ήξερα
είμαι χαρούμενος που 
δεν ήξερα τίποτα
τώρα ξέρω
βλέπω  και 
δεν μπορώ παρά
να κοιτάζω περισσότερο
αχαλίνωτα με ορμή
από κοντά 
κι από μακριά
με πόση δύναμη η αγάπη
με τραβά 
θα συγκρουστώ καταπάνω τους
θα συνθλιβώ και 
πριν μια για πάντα
γίνω μια σπίθα
από το φως τους
θα γιορτάσω 
με όλη την ψυχή και 
το κορμί σε έκσταση
την αλήθεια που
θα με περιβάλει
σαν ένα γλυκό περίβλημα
μα πώς είναι δυνατόν
πώς γίνεται
τόσο αγάπη
τόσος πόθος γλυκός
τόσο δόσιμο
νιώθω ως τα τρίσβαθα
το νόημα 
σήματα φωτός
κύματα ηλεκτρικά
και φωνές γλυκιές σειρήνων
αντηχούν βαθιά 
ως τα πιο λαμπερά βότσαλα
και τα κοχύλια των βυθών
πόσο με κατέχουνε
και ξαφνικά χωράω ολόκληρος
μέσα τους
περνάω και αφήνομαι
χωρίς καμία βία
ολοένα 
πόσο πολύ
σ 'ευχαριστώ
γι' αυτό το μέλι
που μ' αφήνεις
με το δάχτυλο
σαν το παιδί να το γευτώ
που από μέσα σου
ρέει 
ούτε θεός δεν το χει αυτό
ούτε κανείς δεν το κατέχει
μόνο εγώ
ακούραστα
για να βρεθώ κοντά τους
ξαγρυπνώ
για να χω
άλλη μια φορά
κρυφή χαρά
κρυφά το βλέμμα σου
ν' αποθυμώ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα