Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στην εκκίνηση

Στην εκκίνηση
όλες οι αισθήσεις
σε εγρήγορση
δεν θέλω τα φώτα
να προχωρήσουμε με την αφή
ψηλαφιστά
ή κάτω από ένα
τρυφερό ημίφως
ένα παιδί
με ρούχα αντρικά
και με ρυτίδες
αυλάκια μνήμης σκαλισμένα
στο μέτωπο
θέλει με πείνα μεγάλη
αυτό το χάδι
να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά
αγαπώ
αυτό το αδρό χέρι
που αρπάζει γερά
με εμπιστοσύνη
και σαν άγγιγμα φτερού
περίπολος
στο σώμα
γυμνοί ακροβάτες
στα ακροδάκτυλα
μερικές φορές
πρέπει να αφομοιώσουμε
την ύλη
να ακούσουμε βαθιά
περνώντας μέσα
απ' τα κρυμμένα μυστικά
δεν έχω τίποτα
είμαι
το μοναχικό μου δέντρο
που απλώνεται και
με θέρμη κυλάνε από τις ρίζες μου
ως τις κορφές του ήλιου\
οι χυμοί που αναδεύεις
τα μυστήρια
ό,τι λίγο με αφήνεις να δω
ίσα που ανοίγει
το ένα φύλλο
μην χαράξει επάνω μου
σαν λεπίδα
αναβλύζοντας από μέσα σου
ένα κόκκινο ρόδο
ένα ένα απλώνω τα πέταλά μου
επάνω στο στήθος σου
να με πιάσεις στα χέρια σου
αν τα πιέσεις
θα στάξει το αίμα
να το φυλάξεις
με τα χείλη
να κατεβώ
στο εξαίσιο άρωμα του κήπου
που θέλω να κρατήσω
στο στόμα μου
τα χείλη μου διψάνε
τη γλυκιά απαλή
σάρκα ζεστή
τίποτα πιο θελκτικό
ίσως μόνο
ό,τι κι εσύ
απομυζώντας μου
ανοίγει από μέσα μου
μια πηγή
και θέλω να σε γιορτάσω
ζωή
να τα χείλη
πόσο με ταξιδεύουνε
χείλη που δε λαθεύουνε
από μόνα τους μιλούν
ευλογημένα δώρα
που σου χάρισε
το πιο γενναιόδωρο
ένα κορίτσι μέσα σου
μια γυναίκα
αδάμαστη και λεύτερη
περήφανα δοσμένη
ποτέ δεν θα ησυχάσω ποτέ
αν δεν σε κατακτήσω
ας ξέρω πόσο μάταιος
είναι τούτος ο αγώνας
και μη μ αφήσεις ποτέ
παρά στα σκοτεινά να προσπαθώ
μέσα σου
ν ανέβω
λίγο πιο πάνω
λίγο πιο κοντά
πυρπολώντας
το κέντρο σου













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα