Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μεσονύχτιο

Σε είδα
να προσπαθείς να κρατηθείς
ν' αναρωτιέσαι
να μην ξέρεις
κατά πού να πας
όλα να μοιάζουν αναπάντεχα
άγνωστα, επικίνδυνα
δεν με ξέρει κανείς
δεν έχω λόγο
δεν έχω σκέψεις
ούτε και δυο ζωές
πόσα θα πρέπει να δώσω
σε ποια παλιά μου Ερινύα
χρωστώ να ξεπληρώσω
αγρυπνώντας
όλα στέκουν ακίνητα
όλοι περνάνε
και κανείς δεν μ' αγγίζει
σαν αόρατο φάσμα
θέλω να βγω
να πάρω το δρόμο
με τα φώτα βαριά
και να πηγαίνω να πηγαίνω
να μη σταματήσω παρά
λίγο πριν ξημερώσει
κάπου πέρα μακριά
μακριά από μένα
να μπω σε μια γαλάζια σπηλιά
με μια ανάσα
να βυθιστώ κάτω απ' το παγωμένο φως
με την ψυχή μου στο νερό
να ξαναζήσω
έξω να βγω
να είμαι  άλλος
να έχω δικό μου όνομα
γυρίζοντας το πρόσωπο
στον  ήλιο
όλα θα κυλάνε επάνω μου
σαν το νερό
αναπνοή
δεν θα συναντήσω άνθρωπο
να μη με ξέρει κανείς
θα γυρίσω κι όλα
θα μετράνε δεύτερη ζωή
χωρίς να χρειάζεται
συγγνώμες κι εξηγήσεις
δεν θέλω να πω τίποτα
ούτε και να ερμηνεύω πια
σαστισμένο το βλέμμα
αντικρίζει στον καθρέφτη
το ανεστραμμένο μέσα μου
θέλω να γυρίσω
και να τα βρω όλα
σαν να μην πέρασε μια μέρα
κι όμως πέρασαν
αφήνοντας εμένα
τι θέλετε
ούτε δικαίωση
ούτε και χάρες
δεν λαχταρώ τίποτα όσο
μια συνηθισμένη δική μου μέρα
μέσα στις τόσες
που εσύ μου λες πως
μου ανήκει
μας ανήκει, όπως το θέλεις,
πού είναι λοιπόν
δείξε μου
φέρε μου πίσω
όσα μου πήρανε
όλα μου τα ρημάξανε
φέρε μου κάτι έστω
κι εγώ
θα είμαι η διπλή αλήθεια σου
η αντανάκλαση
ο μακρινός ορίζοντας
η γεύση σου
το παγωτό στο ψυγείο
τα πεταμένα σεντόνια
τα μουσκεμένα όνειρα
και τα ρούχα
όλα ανακατεμένα σ' ένα
καθημερνό αδράχτι

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά