Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παρά

Θα πέσω
σ' ένα πέτρινο
κρεβάτι
σφαδάζοντας στο κρεσέντο
του επώδυνου πόθου σου
άηχα, γλιστερά επιφωνήματα
θα αιωρούνται
μέχρι το ταβάνι
με το ζεστό αχνό του έρωτα
τώρα πια
σβήνω το τελευταίο φως
λίγο πριν ξημερώσει
πάντοτε ανοίγω τα μάτια
κι αναδεύω το σεντόνι
στα σκοτεινά
αναζητώντας τα μέλη σου
γύρω από μένα
κρεμώντας από πάνω μου
όλα τα πολύτιμα ενέχυρά σου
ακούοντας
τις ρυθμικές ανάσες της αβύσσου
κάτω στην άσφαλτο
ένα ποτάμι
ολοένα με παρασύρει
φέροντάς με
όμορφο κι ορμητικό
προς την ακοίμητη θάλασσα
χαράζοντας μια παλιά κοίτη'
μέσα απ' το δωμάτιό σου
μεσοτοιχία
με τις όχθες του πρωινού σου
ανήσυχου ονείρου
ξυπνώ η ώρα πέντε
πώς θα καταφέρω
να μην παραδοθώ ξανά
σε σκέψεις βέβηλες για σένα
με τα μάτια κλειστά
σφιχτά κρατώντας
ματώνοντας τα χέρια μου
στο απόκρημνο μένος σου
με υποθάλπεις
εξαπολύοντας
τα ορμητικά σου φίλτρα
δια μέσου των χειλιών
ξεδιπλώνομαι ατίθασα
καθώς διαστέλλεσαι σύμπασα
για να με χωρέσεις
ολοφυρμός και συνουσία
είπα πολλά
και δεν κατάφερα
να μιλήσω ακόμα
όπως θα ήθελα
για σένα
μα προτιμότερο
να ελίσσομαι
να τέμνομαι και να ενώνομαι
στο άδυτο περιστήλιό σου
παρά περιττά
κι ανάξια
να μιλώ
χωρίς να γίνομαι
το αίμα
και η σάρκα σου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα