Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στη συνοικία

Δικαίωμα ζητώ
και περιθώριο κανένα
όλα έξω από το όριο
αν μόνο
δώσουμε μία
και πετάξουμε πέρα
περιττά και μίζερα
το ήξερα απ' την αρχή
δεν σου ταιριάζει
αλλά στη γη κοντά 
στο χώμα που πατάς
σίγουρα ανήκεις
στο περισσότερο
κάποτε μου είπες πως
είναι αυτή η φύση
που δίνει και
που παίρνει
και με απολαύσεις γήινες
έμαθα
υγρή σοκολάτα
το ένα και τα πολλά
όλα όσα 
δεν προφταίνω να δώσω
κι έτσι περνάνε
οι μέρες δύσκολα
η μία στριμωγμένη
πίσω από την άλλη
με φτερά κολλημένα
απ' τον υγρό αέρα
μια φθινοπωρινή μελωδία
το πιάνο βραδινό
φωνές
τα παιδιά να διαβάσουνε
οι λογαριασμοί
να πληρώσουμε
καμιά φορά σκέφτομαι
θα μείνω εδώ για πάντα
και δεν θα δει κανείς
πως λείπω
πού είσαι
κάπου σίγουρα κρύβεσαι
και πονηρά 
με αφήνεις να ψάχνω
να υποθέτω
άραγε θα με ανακαλύπτεις
ξανά κάθε αύριο
είναι επείγον
είναι το κρύο που μπαίνει
από τις μισάνοιχτες γρύλιες
είναι  που τυλίγομαι γύρω
από τα μαξιλάρια
αναζητώντας το άρωμα
την υγρή σου εντύπωση
αναζήτηση διαρκής
και δεν ξέρει κανείς
αν τεντώνεται το σχοινί
αν βρέχεται με το κύμα
αν λυγίζουνε τα κίτρινα φύλλα
λείπεις από παντού
όλα ημιτελή
λειψά 
και ατημέλητα 
δεν είναι περιττό
πίστεψέ το
η ζεστή αγκαλιά
το φιλί στην αποβάθρα
ήταν τόσο μικρό
κι ανάλαφρο
σαν ένα μικρό σπουργίτι
να πέταξε μέσα
απ' τα χείλη σου
αλλά πολύτιμο σαν
δυο αχτίδες ήλιος
που διαπερνούσαν 
το νυχτερινό σύθαμπο
είδα στα μάτια σου
αυτή τη λάμψη φευγαλέα 
κι όταν
γύρισες στη σκάλα
κοίταζες αλλού
με την παλιά ανησυχία
μα εγώ σε είδα
κι αυτό το λίγο κράτησα
και να
απ' αυτό μπορώ
και  περπατώ
σφυρίζοντας 
στα χαμηλά
της συνοικίας
χαμόσπιτα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα