Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μέλισσες

Έχω κάτι παραπάνω
δεν είναι από τα
συνηθισμένα
ο άνθρωπος που
ευτυχισμένος κολυμπά
ένα ακύμαντο απομεσήμερο
στον κρυφό κόλπο
όλα τα βλέπει φωτεινά 
και διάφανα
περπατά με το βήμα
σίγουρο
και κοιτά πέρα
στα νησιά που προβάλλουν
στον ορίζοντα διαχέοντας
την αχλύ
μια ήσυχης μέρας
ο άνθρωπος ευτυχισμένος
μπορεί
και τα χωρά όλα
κουβαλά πετραδάκια
μέσα στις τσέπες του
και κομμάτια ψίχα
γίνεται φίλος 
με το δρόμο
κι αναζητά πάντοτε
ένα άνοιγμα στον ορίζοντα
στη βροχή
ανοίγει το στόμα και γεύεται
με τη γλώσσα
κοιτάζει στα μάτια
με καθαρή καρδιά
ξυπνά νωρίς
για να βγάλει τη σπορά του
στον ήλιο
γελάει με λόγο
και χωρίς λόγο
αγαπά και τους βιαστικούς
περαστικούς γλάρους
αν κρώζουν γύρω του
τριγυρίζει μια μελωδία μέσα του
αν αυτές είναι 
μερικές από τις
παρακαταθήκες
ενός ευτυχισμένου θνητού
πόσα περισσότερα
είναι αυτά που
δεν περιγράφονται παρά
με το σώμα
μου τα έδειξες όλα
κατά πρόσωπο
μέτωπο μάτια
και χείλη λαγαρά
και γω λέω
να τα μαρτυρήσω όλα 
στον καλό μου άγγελο
που μου δίνει τη χάρη
ίσως να μην έπρεπε
μετά από τόση αλήθεια
να πω ποτέ ξανά
το παραμικρό
όχι ότι το νιώθω 
ως οφειλή
ο έρωτας δεν γνωρίζει 
τέτοια
αλλά να
δεν γίνεται  
να μην ανοίγω τα μάτια μου
κάθε πρωί
και ν' αντικρίζω το φως
μέσα από τα δικά σου μάτια
ν' ανοίγω την εξώπορτα και
ν ανασαίνω τα βήματά σου
να  περιστοιχίζομαι
από την αίγλη σου
να μοιράζομαι τη γεύση σου
όλα αυτά
και άλλα που 
αδυνατώ να ορίσω
δεν είναι πράγματα που λες
ναι συμβαίνουν
είναι ό,τι πολυτιμότερα
κρατάμε στα χέρια μας
η ρότα και η πυξίδα
το νήμα  
να μη χαθείς
το νόημα έξω από
κάθε λέξη
πολύτιμες πέτρες που
άλλοι τις πατούν 
αδιάφορα
κι άλλοι δίνουμε
μια ζωή
να τις ανακαλύψουμε
το  μέλι
που ρέει
κατευθείαν 
απ' την καρδιά  μου

















 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά